Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Λίγο έξω από το σταθμό


Όσο μεγαλώνω, το συνειδητοποιώ περισσότερο. Πως η ταυτότητα δεν προσδιορίζεται από το όνομα, τους γονείς, τον τόπο γέννησης. Ω, είναι πολύ πιο σύνθετο πράγμα η ταυτότητα, αναγνώστα! Και για να την εκαταλάβεις, πρέπει ν'αναζητήσεις με κόπο τα κομμάτια της κατά τη διάρκεια της ζωής σου, σε τόπους και σε χρόνους καμιά φορά αναπάντεχους. Κι ίσως -αν είσαι τυχερός- κάποια μέρα ν'αρχίσεις να σχηματοποιείς μέσα σου την εικόνα. Του ποιος είσαι και από πού μας έρχεσαι.


Η αναζήτηση ενός από αυτά τα κομμάτια είναι που με έφερε σε ετούτο το μέρος. Που αν το δείξεις σ'άνθρωπο κι αν τον εφέρεις να το περιπατήσει, δεν θα του πάρει παρά μονάχα μερικά λεπτά μέχρι να αποφανθεί πως πρόκειται στα σίγουρα για μέρος αγέλαστο και αδιάφορο. 



Όχι, τουρίστας δεν έρχεται ποτέ στην πόλη ετούτη. Αξιοθέατα δεν υπάρχουν, μήτε κάτι ενδιαφέρον να ιδείς ή να επισκεφτείς. Μια-δυο εκκλησιές στο κέντρο και μερικά παλαιότερα σπίτια με χαριτωμένες προσόψεις, ανάμεσα σε μυριάδες άσχημα μονοκόμματα κτήρια -γενικώς, τίποτα που ν'αξίζει πραγματικά τον κόπο και την προσοχή σου.



Άλλωστε, πρόκειται για πόλη καινούργια που δημιουργήθηκε από συνένωση δυοτριών προγενέστερων οικισμών, πριν περίπου ενενήντα χρόνια, το 1930. Κι όμως, τις επόμενες δεκαετίες, αυξήθηκε ραγδαία ο πληθυσμός της. Κι ανάμεσα σ'αυτούς που ήρθαν να την εκατοικήσουν, ήσαν κι αρκετοί Έλληνες.



Βρισκόμαστε στη Γερμανία και πιο συγκεκριμένα, σε ένα από τα πιο ανεπτυγμένα και πλούσια κρατίδια της: τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Αγαπημένε αναγνώστα, καλωσόρισες στο Λεβερκούζεν.



Μην ξεγελιέσαι από ετούτες τις τελευταίες φθινοπωρινές λιακάδες και τον τολμηρό κόσμο που τριγυρνά με κοντομάνικα: εδώ που ήρθες έχει συνήθως ο καιρός τις μαύρες του και φρόντισε να το συνηθίσεις!



Όπως κατάλαβες από την εισαγωγή, δεν έχω να σου δείξω παρά ελάχιστα πράγματα. Να, ετούτος είναι ο κεντρικός πεζόδρομος όπου συγκεντρώνεται η εμπορική κίνηση. Ας τον εσουλατσάρουμε κι εμείς μαζί με τον κόσμο.



Στη μια του άκρη υπάρχει ένα εμπορικό κέντρο, παρωχημένης αισθητικής, όπου μπορείς να βρεις τις συνήθεις γνωστές φίρμες μαζικής κατανάλωσης.



Κάποια από τα παλιά κτήρια κατά μήκος του πεζόδρομου είναι συμπαθητικά κι έχει γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν για να δοθεί στην πόλη ένα χρώμα.



Διώροφα ή τριώροφα, με μεγάλα παράθυρα και λευκά ή χρυσαφιά διακοσμητικά στοιχεία, τα κτήρια αυτά παραπέμπουν στο προβιομηχανικό παρελθόν της πόλης, πριν καταφθάσουν εδώ τα κύματα των μεταναστών.



Οι γραμμές είναι βεβαίως απλές και αυστηρές, αλλά που και που ξεφεύγει κάποια γιρλάντα ή κάποιο καμπυλωτό τελείωμα, ξεγελώντας λίγο τη βλοσυρότητα της πόλης.



Και μη φανταστείς πως στο ισόγειο στεγάζουν τίποτις παραδοσιακές γερμανικές μπυραρίες ή ντελικατέσεν με λουκάνικα και χοιρομέρια: αυτά που θα βρεις κυρίως είναι ινδικά εστιατόρια που μυρίζουν κάρυ, τούρκικα κεμπαμπτζίδικα και κινέζικα καταστήματα με ρούχα και τσάντες των πέντε και των δέκα ευρώ.



Αν δεν βρέχει ή δεν θερίζει το κρύο, τα απογεύματα ο κόσμος στον πεζόδρομο είναι αρκετός, ενώ τα σαββατοκύριακα θα συναντήσεις έξω από το εμπορικό κέντρο κάμποσους πιτσιρικάδες να χαζολογάνε με τα κινητά τους, να τρώνε παγωτό ή να κάμουνε σκέιτμπορντ. Αρκετή κίνηση έχει και το Kinopolis, ειδικά αν παίζει στις αίθουσές του κάνα δημοφιλές μπλοκμπάστερ -δεν έχεις άλλωστε και πολλές άλλες εναλλακτικές πέραν του κινηματογράφου, αν είσαι νέος στο Λεβερκούζεν.



Αλλά και γενικά, δεν έχεις πολλά πράγματα να κάμεις.



Οι κάποιες φιέστες κατά τη διάρκεια των οποίων στήνονται εξέδρες για μουσικές βραδιές με συνοδεία άφθονης μπύρας, αποτελούν τα μόνα διαλείμματα στην κατά τα λοιπά θλιβερή μονοτονία της γερμανικής επαρχίας.



Με αφορμή κάποια τέτοια γιορτή, μεγάλοι ξύλινοι πάγκοι στήνονται στα πεζοδρόμια και ζευγάρια Γερμανών μιας κάποιας ηλικίας -οι κύριοι με μαραμένα τατουάζ και τρομπαρισμένες από την πολύχρονη κατανάλωση μπύρας, κοιλιές και οι κυρίες με ξεφτισμένο μαλλί διαφόρων αποχρώσεων, έντονο κραγιόν και στενά δερμάτινα ή ξεφτισμένα τζιν πανταλόνια- κάθονται για φαγητό και ποτό με κάτι εξαναγκασμένα χαμόγελα που κρύβουν μεγάλες δόσεις πλήξης. Από ένα σημείο και μετά, έρχεται το αλκοόλ και ξεπλένει τα πάντα.



Δεν είναι όμως μόνο η έλλειψη διεξόδων που σου δημιουργεί αυτή την αίσθηση της κατατονίας. Είναι και ο κόσμος γύρω σου.



Φτηνιάρικα ρούχα, ταλαιπωρημένες φάτσες, πολυφορεμένα παπούτσια. Το βλέπεις, το αντιλαμβάνεσαι πως οι Γερμανοί εδώ ανήκουν στα κατώτερα στρώματα της εργατικής τάξης. Φτώχεια, αναγνώστα. Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: φτώχεια.



Και βεβαίως, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσεις τους πολλούς, τους πάρα πολλούς μετανάστες. Μουστακαλήδες Τούρκους, μαντηλοφόρες νεαρές, Σύριους πρόσφυγες, ζευγάρια Μουσουλμάνων με μωρά στα καρότσια, αγέλαστοι Ασιάτες, αντροπαρέες Πολωνών και Ουκρανών με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα να κάθονται στα παγκάκια κατεβάζοντας μπύρες.



Κι αρκετοί άστεγοι και επαίτες.



Αν δεν είσαι υποψιασμένος, σχεδόν σε σοκάρει η κατάσταση. Κι αναρωτιέσαι: μα είναι ετούτη εικόνα για πόλη στην πιο ισχυρή οικονομία της Ευρώπης; Πού είναι το υψηλό επίπεδο ευημερίας και γιατί δεν φθάνουν μέχρις εδώ τα οφέλη της πολυδιαφημισμένης ανάπτυξης της κυρίας Μέρκελ και του κυρίου Σόιμπλε; Πώς είναι δυνατόν να βρίσκεις σε τέτοια χάλια μια πόλη -έστω μικρή κι ασήμαντη όπως το Λεβερκούζεν- εν τω μέσω της γηραιάς ηπείρου και δη στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, που αποτελεί το καύχημα της βιομηχανικής ισχύος της Γερμανίας; Ναι, είναι σχεδόν σοκαριστική η διάψευση που ζεις εδώ.



Διότι η εικόνα του Λεβερκούζεν με τα φτηνομάγαζα, τα ρούχα στα καλάθια, τα παραμελημένα κτήρια, τους μεθυσμένους και τους πρόσφυγες, σε παραπέμπει στα τρισχειρότερα της Ανατολικής Ευρώπης! Σα να βρέθηκες ξαφνικά σε κάποια τριτοτέταρτη επαρχιακή πόλη της Βουλγαρίας ή της Μολδαβίας. Το επίπεδο φοβούμαι, είναι το ίδιο απογοητευτικά χαμηλό.



Αλλά θα ρωτήξεις -και με τα δίκια σου- γιατί είμαστε στο Λεβερκούζεν. Μα διότι είναι το καταλληλότερο μέρος για να συζητήσουμε κάτι που θεωρούσαμε ότι υπερβήκαμε ως λαός, αλλά που και πάλι μπροστά μας βρέθηκε, αναγνώστα: τον ξενιτεμό.



Θα σε πάω αρκετά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στο 1960. Όταν υπογράφηκε μεταξύ της Ελλάδας και της τότε Δυτικής Γερμανίας η διαβόητη "Ελληνογερμανική συμφωνία" με την οποία η Γερμανία αποκαθιστούσε τις σχέσεις της με τη χώρα μας και εξασφάλιζε μία ροή φθηνού εργατικού δυναμικού για τη ραγδαίως αναπτυσσόμενη βιομηχανία της.



Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Γερμανία είχε προτείνει από το 1958, να εγκαταστήσει κάποια εργοστάσιά της στην Ελλάδα για να απασχολούνται εδώ οι εργάτες και να μην χρειαστεί να μεταναστεύσουν σε τόσο μαζικούς αριθμούς, αλλά η πρόταση απορρίφθηκε από εμάς διότι θεωρήσαμε πιο σημαντική την εισροή συναλλάγματος από την ευκαιρία εκβιομηχάνισης της χώρας μας. Ναι, ήμασταν και τότες όσο κοντόφθαλμοι και τσάμπα μάγκες είμαστε και σήμερα -νά και κάτι που παραμένει σταθερό ανά τις δεκαετίες!



Το αμέσως επόμενο διάστημα μετά τη συμφωνία, άνοιξαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη οι εν Ελλάδι Γερμανικές Επιτροπές με σκοπό τον έλεγχο των αιτούντων άδειας για μετανάστευση στη Γερμανία. Χιλιάδες οι αιτήσεις και ατελείωτες οι ουρές -σε σημείο που κάποιοι υποψήφιοι έβαζαν πολιτικό μέσον για να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη άδεια, ενώ λέγεται πως δεν σπάνιζαν και τα λαδώματα σε διάφορους προθύμους, προκειμένου να προωθήσουν την αίτησή σου.



Οι Επιτροπές εξέταζαν με σχολαστικότητα την υγεία των υποψηφίων: τα δόντια τους, το σωματικό τους βάρος, τη μυική τους δύναμη, ακτινογραφίες θώρακος, εξετάσεις αίματος και ούρων, αλλά και τις γνώσεις και δεξιότητες που τυχόν είχαν -ναι, ο έλεγχος περιελάμβανε και τα πολιτικά τους φρονήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, οι ίδιοι οι Γερμανοί εργοδότες έρχονταν στην Ελλάδα για να διαλέξουν αυτοπροσώπως τους εργάτες τους. Ένα εξευγενισμένο σκλαβοπάζαρο με τη συγκατάθεση -ή πιο σωστά, με την υποστήριξη- της Ελλάδας. Η οποία έθετε στη διάθεση της Γερμανίας τα παιδιά της, ωσάν να προωθούσε κάποια φτηνιάρικη πραμάτεια. Η ανάγκη, θα πεις. Αυτή η καταραμένη ανάγκη.



Αν πέρναγες τις εξετάσεις και πληρούσες τις προϋποθέσεις, ελάμβανες την πολυπόθητη πράσινη κάρτα εργασίας και σύντομα επιβιβαζόσουν στο πλοίο "Κολοκοτρώνης" (πλοίο τρόπος-του-λέγειν, σαπιοκάραβο να λες!) που έφευγε από Πειραιά με κατεύθυνση το Μπρίντεζι. Από εκεί έπαιρνες το τρένο για Μόναχο και ύστερα άλλο για τον τελικό σου προορισμό: την Κολωνία, τη Φρανκφούρτη, το Μπάντεν Μπάντεν, το Ντίσελντορφ, το Λεβερκούζεν.



Σαν έφθανες, σε παραλάμβαναν οι τοπικές υπηρεσίες και σε τοποθετούσαν στο εργοστάσιο για το οποίο προοριζόσουν. Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά κακές, καθώς η στέγασή σου γινόταν σε προχειροστημένα παραπήγματα -στα λεγόμενα χάιμ- που προέρχονταν από την εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και που συνήθως χωροθετούνταν πλησίον ή και εφαπτόμενα στις φάμπρικες. Κάθε εργάτης είχε ένα κρεβάτι σε κουκέτα, δικαιούταν ένα ντουλάπι με κλειδί, μία καρέκλα και μία θέση στα γεύματα. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, αξιοποιούνταν και τα παλιά στρατόπεδα συγκέντρωσης πούχαν ξεμείνει έρημα μετά το '45 και έβρισκαν πλέον νέα χρησιμότητα. Τότες οι αιχμάλωτοι, τώρα οι εργάτες.



Όσο για τη δουλειά, σκληρή και υπό μεγάλη πίεση. Άντρες και γυναίκες, νεαρής ή και πολύ νεαρής ηλικίας -ακόμα και στα 17 τους- να δουλεύουν απ΄τ'αξημέρωτα στη φάμπρικα.



Στις πρέσες και στα μηχανήματα, στα χημικά εργοστάσια και στ'ανθρακωρυχεία. Στις γραμμές παραγωγής. Αυτοκίνητα, τηλεοράσεις, λογής λογής συσκευές, φάρμακα, εξαρτήματα. Μπάγιερν, γκρούντιχ και φοκσβάγκεν.



Από τον καλοκαιρινό ήλιο πούχες συνηθίσει στα παιδικά σου χρόνια, βρισκόσουν στο σκοτάδι του γερμανικού χειμώνα και της σκληρής σου ενηλικίωσης. Δεν ήσουν άνθρωπος εσύ. Γκασταρμπάιτερ ήσουνα. Που πάει να πει φιλοξενούμενος εργάτης. Ένας άνθρωπος με μία αίσθηση προσωρινότητας. Ένα γρανάζι αναλώσιμο κι ασήμαντο σε μια γιγάντια μηχανή. Με παρηγοριά τον Καζαντζίδη, τις φωτογραφίες πούχες φυλαγμένες στο ντουλάπι σου και τα πολύτιμα γράμματα πούρχονταν από την πατρίδα εις αντάλλαγμα των εμβασμάτων που έστελνες.


Έλα μαζί μου, θέλω να δεις. Πρέπει να δεις. Τα προάστια της πόλης. Εκεί που βρίσκονται μέχρι και σήμερα οι μεγάλες βιομηχανικές της μονάδες.



Τα φουγάρα καπνίζουν νύχτα και μέρα. Και ο ουρανός είναι πάντοτε σκοτεινός και συνοφρυωμένος. Αυτό είναι το Λεβερκούζεν. Μία εργατούπολη με φάμπρικες. Μία βιομηχανική δυστοπία. Αυτό είναι το Λεβερκούζεν.



Είναι η ύστατη εναλλακτική το Λεβερκούζεν. Είναι η πίκρα τ'αποχωρισμού, η σκληρότητα της απόστασης, η απελπισία της διάψευσης. Το "δεν έχω άλλη επιλογή". Το "θα μείνω για λίγο να βγάλω μερικά λεφτουδάκια και ύστερα θα δώσω πέντε φάσκελα και θα γυρίσω στην πατρίδα". Είναι η θυσία, που ύστερα χρονίζει και γίνεται αναβολή. Και στο τέλος γίνεται καημός και αποδοχή. Και δεν γυρνάς ποτέ στην πατρίδα, γιατί όσο περισσότερα χρόνια είσαι μακριά της, τόσο λιγότερο την αναγνωρίζεις και σε αναγνωρίζει. Εντέλει καταλήγεις να της είσαι ξένος. Αυτό είναι γαμώτο το Λεβερκούζεν.



Δεν χρειάζεται να σου πω ποια θα είναι η τελευταία μας στάση, το έχεις -φαντάζομαι- ήδη μαντέψει.



Ο σιδηροδρομικός σταθμός. Στην αποβάθρα αυτή -πριν τις ανακαινίσεις που κάπως έχουν σουλουπώσει το κτήριο προσφάτως- έφταναν και οι Έλληνες κατά εκατοντάδες. Τελικός σταθμός μιας διαδρομής που ξεκινούσε από την απελπισία και με ενδιάμεσες στάσεις σε λογής λογής ελπίδες -διαφορετικές για τον καθένα και ίδιες για όλους- έμελλε για αρκετούς να καταλήξει και πάλι στην απελπισία.



Στον σταθμό αυτό βρίσκεται το κομμάτι που αναζητούσα. Είναι ένα πολύτιμο και δύσκολο κομμάτι. Της συλλογικής μας ταυτότητας. Είναι το κομμάτι του ξενιτεμού. Του ξεριζώματος. Της ξενιτιάς. Από το 1960 έως το 1973, μετανάστευσαν στη Γερμανία περίπου εξακόσιες χιλιάδες Έλληνες εργάτες. Αν σε αυτούς προσθέσεις και τα μέλη των οικογενειών τους, τότες ο αριθμός μπορεί και να ξεπεράσει το ενάμιση εκατομμύριο. Ναι, αυτό είναι το Λεβερκούζεν: η αποτυχία της δικής μας της πατρίδας.



Κάθε δεύτερη γενιά φαίνεται πως η Ελλάδα τόχει πλέον συνήθειο να ξαποστέλνει κατά χιλιάδες τα παιδιά της. Να τα βάζει σ'ένα τρένο, σ'ένα πλοίο ή σ'ένα αεροπλάνο και να τους κουνάει μυξοκλαίγοντας το μαντήλι. Δεν είναι αριθμοί σε στατιστικές, δεν είναι χρεοπιστώσεις σε δημογραφικούς πίνακες: είναι ανθρώπινες ζωές. Η ανάγκη, θα πεις. Αυτή η καταραμένη ανάγκη πούκαμε τη μάνα-πατρίδα ν'αφήσει το παιδί της έξω από ξένη πόρτα. Μπορείς να τη δικαιολογήσεις; Μπορείς στ'αλήθεια να της το συγχωρέσεις; Ακόμα και τώρα, που βλέπεις πως συνεχίζει να το κάμει συστηματικά και κατ'εξακολούθηση; Στο είπα θαρρώ από την αρχή: πως είναι σκληρό αυτό το κομμάτι το δικό μας, που ήρθαμε να περισυλλέξουμε εδώ στο Λεβερκούζεν.



Από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, σχεδόν μισό εκατομμύριο Έλληνες πήραν τον ίδιο δρόμο της ξενιτιάς. Όχι με παρέα τον Καζαντζίδη και τα νοσταλγικά γράμματα από την Ελλάδα -ευτυχώς οι καιροί αλλάξαν, έχουμε τελοσπάντων σήμερα και το Skype. Αλλά φαίνεται πως δεν αλλάξανε εντέλει και τόσο οι καιροί. Μισό εκατομμύριο Έλληνες, αναγνώστα. Ανάμεσά τους κι εσύ που μπορεί να διαβάζεις αυτές τις αράδες.



Ειλικρινά δεν ξεύρω τί μπορώ να σου πω. Μήτε συγνώμες, μήτε παράπονα, μήτε δάκρυα πια. Τίποτα. Μήτε ελπίδες, μήτε απελπισίες, μήτε όνειρα πια. Τίποτα. Τα τρένα αναχώρησαν, οι άνθρωποι έφυγαν, οι αποβάθρες άδειασαν πια. Τίποτα. Μήτε ελαφρυντικά, μήτε μεγάλες κουβέντες, μήτε άλλα ψέμματα πια. Τίποτα.



Αντί αποχαιρετισμού, άσε με να σου πω δυο τελευταίες κουβέντες -πάρε τις και αξιολόγησέ τις, όπως μπορείς κι όπως σου επιτρέψουν οι συνθήκες, αν θέλεις πέτα-τις κιόλας, δεν θα σε παρεξηγήσω:

Αυτή η αποτυχημένη πατρίδα, είναι για όλους μας ευχή και κατάρα. Και για εσένα που έφυγες και για εμένα που έμεινα. Είναι σημαντική και πολυσήμαντη ως ταυτότητα, είναι απογοητευτική και τραγελαφική ως πραγματικότητα. Αλλά αυτή είναι. Δέξου την και προσπάθησε αν μπορέσεις να τη συγχωρέσεις για το δικό σου το καλό. Γιατί ακόμα και ως φαντασιακή ψευδαίσθηση, θα μπορέσει να ζεσταίνει από μακριά τους χειμώνες σου. Και να φωτίζει τον σκοτεινό ουρανό του Λεβερκούζεν μέσα από το νόστο σου. Άστην να κάνει τουλάχιστον αυτό για σένα.

Α και κάτι τελευταίο: να θυμάσαι που σου είπα, γεια σου μάγκα, σ'αγαπώ.

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Mανιταρόπιτα



Κάτω από τη σκέπη του βουνού, κάτω από τη σκιά του βράχου,
σιμά στα δάση που κατοικούν φόβοι μαζί κι ελπίδες,
είναι σπαρμένα σπίτια πολλά, χωριού ναυαγισμένου.
Ανάμεσά τους, της Ριγώς, το φτωχικό το σπίτι.

Θάταν δεν θάταν χρόνια επτά, τον Ζάγρη πούχε πάρει,
στ'αζήτητα ήταν αυτή, στ'αζήτητα κι εκείνος,
ήρθαν κι εζευγαρώσανε, γι'αγάπη ούτε λόγος.
Μαζί τους έμενε η γριά, του Ζάγρη η χήρα μάνα,
μισότυφλη, μισότρελη, μα καλοζωισμένη,
άχτι την είχε η Ριγώ, χτικιό της είχε γίνει.



Μια κόρη απέκτησαν οι δυο και Λιναριώ τη βγάλαν,
κορίτσι τζαναμπέτικο, αχώνευτο, της κλάψας,
σαν νάξευρε από γεννησιμιού, σαν νάχε καταλάβει, 
πόσο πολύ δεν ήθελε η μάνα της, παιδάκια.
Στο Ζάγρη χάρη ήτανε, η Λιναριώ μεγάλη,
κι όλο του γκρίνιαζε η Ριγώ, τη χάρη να θυμάται.



Τίποτα δεν της άρεσε, ποτέ φχαριστημένη,
δεν ήτανε και στόδειχνε, δεν θα σου χαριζόταν.
Νεράκι της εζήταγες, να πιεις να ξεδιψάσεις;
Ζεματιστό το ένιωθες, στο κέρναγε με πίκρα.
Κουβέντα δεν της ξέκλεβες, γλυκόλογο ποτέ της,
φαρμάκια μόνο έσταζε σαν άνοιγε το στόμα.
Τον άντρα της, τον Ζάγρη της, κι αυτόν περιφρονούσε,
Ποτέ δεν τον ηγάπησε, μονάχα τον υπέστη.
Κι ύστερα τον εμίσησε, όπως και κάθε άλλον.   



Τη δε γριά τη μάνα του, αυτήν κι αν τη μισούσε.
Σιχτήριζε κι ευχότανε ο Χάρος να την πάρει,
να ξημερώσει πρωινό που θα τη δει στο φάσκιο,
σκουλήκια να τη φάγουνε, η γη σαν τη σκεπάσει.
Σάμπως τυφλή δεν ήταν δα; Τι διαφορά θα κάμει;  
Σκοτάδι εδώ, σκοτάδι εκεί, πάνω ή κάτω κόσμος,
ίδια μαυρίλα είναι παντού, ζωή τυφλή και Άδης.


Μιαν άνοιξη, πικράνοιξη, μιαν άνοιξη τυχαία,
ήρθαν από τόπους δύστυχους, καμπόσοι νιοφερμένοι.
Ανάμεσα στους κάμποσους, ήταν κι ένα ζευγάρι,
τη λέγαν Δρόσα αυτήνανε, Φορέστη λέγαν κείνον.
Γειτόνοι εβρεθήκανε με τη Ριγώ, μα εις μάτειν,
όσο κι αν επροσπάθησε η Δρόσα να γλυκάνει 
τη φθονερή γειτόνισσα με φιλικές προτάσεις,
εκείνη την απέφευγε, μίσησε και την ξένη.

Μα ο Φορέστης ήταν αλλιώς, λεβέντης δύο μέτρα,
από την πρώτη τη στιγμή που η Ριγώ τον είδε,
κάτι μέσα της εσάλεψε, βαθιά στα σωθικά της,
σαν να ταχτάρισε φωτιά σε ψυχραμένους τόπους,
σαν να βλαστίσανε ανθοί μέσα στην ξηρασία.
Κι όλο στο παραθύρι της, τάχα κοιτούσε έξω,
μπας και του κλέψει μια στιγμή, μπας και τον επετύχει.
Μια καλημέρα ζήταγε, της έδινε εκείνος.

Μα είναι η άνοιξη βαριά εποχή, όλοι το ξεύρουν όλοι,
κι αρρώστησε, μαράζωσε, του Ζάγρη η χήρα μάνα.
Χαρά μεγάλη η Ριγώ, τέτοιο μίσος της είχε.



Ένα πρωί, που έλειπε ο άντρας στη δουλειά της,
βγήκε η Ριγώ στον κήπο της, κατά συνήθειά της,
μ'ελπίδα πλέον μόνιμη, με εμμονή μεγάλη, 
τον άλλονε μήπως και δει, μήπως την επροσέξει.
Την ώρα κείνη η άρρωστη, του Ζάγρη η χήρα μάνα,
μπερδεύτηκε, ζαλίστηκε, σωριάστηκε εκάτω,
κι αρχίνησε να φωνασκεί, βοήθεια να θέλει.
"Ριγώ! Καλέ, Ριγώ! Πούσαι συμφοριασμένη;"
μα έκανε πως δεν άκουε, εκείνη από τον κήπο.
"Ριγώ! Καλέ, Ριγώ! Πούσαι πανάθεμάσε;"
τι κι αν εφώναζε η γριά, εκείνη δεν εφάνη.
Ούτε και όταν έμπηξε η Λιναριώ το κλάμα,
πούχε σκιαχτεί απ'τις φωνές, της νένες της και δαύτη.



Σαν ξεμάκρινε ο Φορέστης και εχάθη στα σπαρτά,
σήκωσε η Ριγώ τη γραία, την εκάθησε με βια,
οι δυό τους έψαλαν κατάρες, λόγια ασήκωτα βαριά,
φούντωσε πιότερο η έχθρα, πυρακτώθηκε η μιλιά.
Κι αν ο Χάρος πια αργούσε, σκέφτηκε τρόπο η Ριγώ,
τη γριά να ξαποστείλει μια για πάντα από εδώ.



Φοράει μια κάπα η Ριγώ, παίρνει κι ένα καλάθι 
και χάνεται γοργά γοργά προς τ'άγρια τα δάση. 
Κάτω απ'τα δέντρα τ'αψηλά, τριγύρω στα χορτάρια, 
φαρμακερά πολύχρωμα φυτρώνουν μανιτάρια. 
Μαζεύει κάμποσα κι ευθείς γυρνάει για το σπίτι. 
Ανοίγει φύλλο, βάνει ταψί, στο φούρνο πίτα ψήνει. 
Κι όταν εμοσχοβόλησε, ξυπνάει την πεθερά της 
πούχε στον ύπνο μαραθεί, με πάθος την ταίζει 
ένα κομμάτι μπόλικο, να πάει χορτασμένη. 
Κι αφού εβεβαιώθηκε πως έφαγε τις μπουκιές της, 
την άφηκε στον ύπνο της και βγήκε όξω εκείνη. 
Στο πόστο της, στη θέση της να δει το μορφονιό της. 
Που γύρναγε απ' τους αγρούς, κείνη την ήμερη ώρα. 
Πιάσανε οι δυο τους λακριντί για κάμποσο μιλάγαν, 
φχαριστημένη, γελαστή, του είπε καληνύχτα.



Μπήκε στο σπίτι ψύχραιμη, δίχως την αγωνία. 
Πήγε να ελέγξει τη γριά και τάχε καταφέρει: 
δεν άχνιζε η ανάσα της, το στέρνο δεν κουνιόταν, 
το μπράτσο της παράλυτο πιο δίπλα είχε πέσει. 
"Περίμενα, περιμένα, πόσο να περιμένω;
Ψοφόγρια, σε μίσησα από την πρώτη ώρα!" 

Αφού όμως βεβαιώθηκε πως πέθανε εκείνη, 
το βλέμμα της εκύλησε πίσω από το τραπέζι. 
Στο πάτωμα ακούνητο ένα μικρό χεράκι. 
Πνιχτή κραυγή ξεστόμισε, σαν βάστηξε για λίγο
της Λιναριώς της το κορμί, σαν πήρε στην αγκάλη,
κι ήταν ψυχρό, ανίσχυρο, σώμα παραλυμένο. 
"Τί τόθελες να φας μικρή από την ίδια πίτα;" 
Και γρήγορα την τύλιξε με ένα καλό σεντόνι. 
Δυο κηδευτοί, δεν γίνεται, θα πρέπει να τριτώσουν.



Ο Ζάγρης τη βρήκε ήρεμη να τον επεριμένει,
σαν από πάντα έτοιμη, σαν από πάντα ίδια.
"Πούναι καλέ Ριγώ, η μάνα;", τη ρώτησε εκείνος.
"Σους και κοιμάται η γριά, άρρωστη'ναι η καημένη!"
"Πούναι καλέ Ριγώ, η κόρη;" τη ρώτησε εκείνος.
"Σους, μην ξυπνήσει το παιδί κι αρχίσει αυτό να κλαίει!" 
Την πίστεψε, τη δέχθηκε, έκατσε στο τραπέζι.
"Πεινάς Ζάγρη μου, θες να φας; Εσιαξα ωραία πίτα".

Ώρα πολύ δεν πέρασε και τρέχει η Ριγώ στον άλλον.
Ψέματα λεει στη Δρόσα του, πως τον ζητά για αγώγι.
Μα σαν τον εφθάνει σπίτι της, σαν τον εμπάζει μέσα, 
εμβρόντητος, αλάλητος ξεμένει ο Φορέστης. 
Ειν'στο ντιβάνι νεκρή η γριά, μπουρδουκουκουλωμένη, 
είν'στο κρεβάτι νεκρή η μικρή, πενταπλοφασκιωμένη, 
είν'στο τραπέζι τρίτος νεκρός, ο Ζάγρης ξεπεσμένος. 



"Τι έκανες ωρέ Ριγώ; Τι πάθαν οι ανθρώποι;"
"Αχου, Φορέστη μου καλέ, μονάκριβέ μου ήλιε, 
βοήθα να τους θάψουμε, να πάρε και το φτυάρι!"
"Τι λες Ριγώ; Τρελάθηκες; Τι ζούρλιες σέχουν πιάσει;"
"Να φύγουμε, Φορέστη μου! Να φύγουμε οι δυο μας! 
Δεν'είν'ζωή για μας εδώ σ'ετούτο το χωριό μας. 
Μαύρο βουνό, μαύρη ζωή, κατράμι κι οι ψυχές μας. 
Ελπίδα μήτε γνώριζα, χαρά δεν λαχταρούσα, 
απόλαυση ουδέποτε νοστίμεψε εμένα. 
Μα ήρθες εσύ κι ανάσανα, ήρθες εσύ κι εσώθειν. 
Πάρε το φτυάρι, άντρα μου, πάρε το φτυάρι, φως μου. 
Κι έλα μαζί να θάψουμε το χτες, να λυτρωθούμε!"



"Τι λες Ριγώ, τρελάθηκες; Ποιος σου'πε πως σε θέλω; 
Τι'ναι αυτά που τσαμπουνάς; Γύρισαν τα μυαλά σου;". 
Αγρίεψε το βλέμμα του, σκοτείνιασε κι εκείνη. 
Κατάλαβε, μαγκώθηκε, πως μόνη πάλι θάναι. 
Μόνη στο μίσος μια ζωή, μόνη στη δυστυχία, 
μόνη και στο παράπονο, μόνη απελπισμένη. 
Μόνη κατάμονη ξανά, δεν φτούρησε ποτέ της.

Γυρνάει ο Φορέστης έξαλλος να φύγει από την πόρτα, 
σηκώνει εκείνη πίσω του το φτυάρι στον αέρα. 
Με δύναμη ασυγκράτητη χτυπάει στο κεφάλι, 
σωριάζεται στο πάτωμα αιμόφυρτος εκείνος.



Σαν τον εβλέπει πια νεκρό, σαν τον εβλέπει άδειο, 
ξεσπά σε κλάματα η Ριγώ, βρέχει τις λύπες όλες. 
Κλαίει, σπαράζει, τραντάζεται πάνω απ'το νεκρό του σώμα. 

Κι ύστερα; Βγάνει απ' τον φούρνο το ταψί, παίρνει κι ένα πιρούνι. 
Δυοτρεις μπουκιές, θάναι αρκετές κι εκείνη να ξεκάνουν.



Κάθεται ήσυχη η Ριγώ, στην ξύλινη καρέκλα. 
Σκέψεις δεν έχει, αισθήματα ούτε, μόνο να σβήσει θέλει. 
Μα η ώρα περνά και τίποτα, αρχίζει ν'αμφιβάλει. 
Μήπως δεν είναι πια θανατερή η πίτα η δικιά της; 
Μήπως δεν πιάνει σε αυτήν, φαρμάκι σε φαρμάκι; 
Κάμποση ώρα πέρασε κι εξάφνου, αρχινάν οι πόνοι. 
Μες την κοιλιά, στα μάτια της, στο στόμα, στην ψυχή της. 
Πόνοι φριχτοί, αβάσταχτοι, διπλώθηκε η καημένη, 
σαν κάτι αλλιώτικο, κακό, να σάλευε εντός της.

Μες τη νυχτιά, τους γείτονες ξυπνήσαν οι κραυγές της. 
"Είναι η Ριγώ; Τί νάπαθε η αχώνευτη γυναίκα;"
Σπεύδουν καμπόσοι για να ιδούν, σπάνε την πόρτα, μπαίνουν,
Μα είναι το θέαμα σκληρό, παγώνουνε, σαστίζουν. 
Νεκρή γριά, νεκρό παιδί, νεκρός ο νοικοκύρης. 
Νεκρός μέσα στα αίματα είναι και ο Φορέστης.



Κι ανάμεσά τους μια μορφή, σακατεμένη, σκιάχτρο. Είναι η Ριγώ; 
Ίσως και ναι, ίσως μπορεί και όχι. 
Γυναίκα είναι, ήτανε, με τέλος φρικαλέο. 
Είχαν φυτρώσει από παντού, μεγάλα μανιτάρια. 
Στα σπλάχνα της, στα μέσα της, απάνου στο κορμί της. 
Είχανε φάει τα μάτια της, ελιώσαν τα μαλλιά της, 
είχαν ζαρώσει τ'άκρα της, είχε ριζώσει κάτω. 
Το μίσος της για λίπασμα. 
Το μίσος, μίσος φέρνει.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts