Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

Vantage Point

Δεν ξεύρω ποιος θα βαρεθεί πρώτος: αυτοί να γυρνάνε σαχλαμάρες ή εγώ να τις βλέπω (και μετά να τις θάβω); Σου έχω υποψήφια ταινία για τρελό γιουχάισμα. Λέγεται «σημείο υπεροχής» και παίζει ένα μπουκέτο ματσό ηθοποιών από Ντένις Κουέηντ (που ψιλομπαγιάτεψε) και Μάθιου Φοξ (που και καλά βαρέθηκε να είναι τηλεοπτικός ηθοποιός) ως τον Γούιλιαμ Χαρτ (που όσο μεγαλώνει, φουσκώνει και χωρίς να είναι έγγυος). Ο τελευταίος παίζει τον Πρόεδρο. Των Ηνωμένων Πολιτειών ρε, όχι της Παναχαϊκής. Που μη σου πω ότι θα έπειθε περισσότερο. Βρίσκεται μάλιστα σε επίσημη επίσκεψη στην Ισπανία, όπου κάτι κακοί λατινο-άραβες τρομοκράτες (καθόλου κλισέ) θέλουν τι νομίζεις να του κάνουν; (α) να του πάρουν αυτόγραφο, (β) να τον ξεματιάσουν γιατί τόσο που τον αγαπάει όλη η υφήλιος, τον έχει δει το κακό το μάτι και (γ) να τον απαγάγουν, να τον λιντσάρουν και να βάλουν τη Σοφία Αλιμπέρτη να τον αρχίσει στα χαστούκια μέχρι να παραδεχτεί ότι είναι πιο χαζός κι από ένα δεκάχρονο. Αλλά έχουν υπολογίσει χωρίς τον Αϊνστάιν υπερ-μπάτσο Ντένις Κουέηντ που πεταλώνει μύγα και επίσης είναι και πάρα πολύ αποφασισμένος να σώσει τον Πρόεδρο για να μη χάσει η Βενετιά βελόνι.

Τώρα επειδή ο σκηνοθέτης το κατάλαβε ότι την ταινία την έχουμε ξαναδεί καμιά εκατοστή φορές με άλλο καστ και εξίσου χαζό αποτέλεσμα, απεφάσισε να μιμηθεί και λίγο το «24» κάνοντας παράλληλη αφήγηση πολλών ιστοριών ανάμεσα στις οποίες συναντάς τη Σιγκούρνι Γουίβερ ως τηλεοπτική σκηνοθέτιδα και ουχί ως άλιεν που θα είχε και περισσότερο νόημα, έναν αμερικανό τουρίστα που βρίσκεται τυχαία εκεί και τον πιάνει ένας πατριωτικός οίστρος και τρέχει να βοηθήσει τον υπερ-μπάτσο, ένα ελαφρόμυαλο κοριτσάκι που χάνει τη μαμά του και μετά αρχίζει να τρέχει μέσα στο γενικό χαμό καταμεσίς της λεωφόρου προκαλώντας καραμπόλες και μερικούς ηλίθιους τρομοκράτες που παρότι αγροίκοι και ξεφτίλες, έχουνε σχεδιάσει ένα απίθανα πολύπλοκο masterplan, που όμως καταρρέει όταν ο Πρόεδρος καταφέρνει να λυθεί και να τους πλακώσει στο ξύλο.

Θέλω να ελπίζω ότι θα σαρώσει τα Χρυσά Βατόμουρα φέτος. Ρε ούτε στο ντιβιντι δεν βλέπεται.

Before the Devil Knows You're Dead

Τι κοινό έχει ο Τραβόλτας, ο Μπιλ Μάρεϊ και ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν; Βρίσκονται και οι τρεις στη λίστα με μισητούς ηθοποιούς που προσπαθώ να αποφεύγω γιατί μου σπάνε τα νεύρα, στραβώνουν τη νιρβάνα μου και μου ανεβάζουν την πίεση. Και κάθε φορά (ΜΑ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ) που παρασύρομαι και κάμω το λάθος να παραβώ την ως άνω αρχή, χτυπάω το κεφάλι μου στο ντουβάρι σαράντα δύο φορές επαναλαμβάνοντας μετά από κάθε ντουπ τη φράση «δεν θα ξαναδω μαλακία με δαύτον, που να πάρει 17 όσκαρ και να τον εκθειάσουν δυόμιση χιλιάδες κριτικοί κινηματογράφου» (ντουπ).

Όταν μία ταινία ξεκινά με τον πατσοκοιλαρά Χοφμαν γυμνό να το κάμει με την Μαρίσα Τομέι (που την κόβω να μπαίνει συντόμως στην ως άνω λίστα), καλό σημάδι δεν θα το πεις. Που πόσο πιο εμφατικά να σου πει ο σκηνοθέτης «σήκω φύγε και μην κοιτάξεις πίσω σου»; Τα σωστά να τα λέμε. Όλα τα σημάδια έδειχναν την έξοδο, αλλά εγώ εκεί. Να δω την κουλτούρα (ντουπ). Το στόρι της ταινίας είναι απίθανα βαρετό, με δύο αδέλφια να πραγματοποιούν ληστεία στο κοσμηματοπωλείο των γονιών τους –που πόσο παθέτικ πρέπει να είσαι για να το κάνεις αυτό;- και μετά από μία σειρά ηλιθιωδών λαθών και καμιά δεκαριά εμετικά φλασμπακ που πραγματικά δεν σε ενδιαφέρουν καθόλου, αναδυκνείεται και καλά η μιζέρια και η μοναξιά του σύγχρονου μεσήλικα που δεν κάθεται σπίτι του να δει την Έλλη Στάη και τον Χαρδαβέλα, αλλά λιώνει σκεπτόμενος πόσο πολύ τον αδίκησε ο μπαμπάκας όταν ήτανε τοσοδούλης μπόμπος. Καλά σου έκανε ρε ξεφτίλα! Που κανονικά θα έπρεπε να σου τραβήξει και ένα βρωμόξυλο μπας και ισιώσεις λιγάκι και σταματήσεις να μας τα πρήζεις. Γελοίε!

Υποσχέσου μου ότι δεν θα ξαναβρει διανομή, ταινία με τον Φίλιπ Σέιμουρ Χοφμαν στην Ελλάδα. Και ότι οι κριτικοί κινηματογράφου θα σταματήσουν να ξεγελάνε τον κόσμο και να τον οδηγούν μαζικά σε παπάρες που κανονικά θα έπρεπε να προβάλονται μόνο στην ΕΤ3 κατά τις 4 το πρωί και με διαφημίσεις τηλεμάρκετινγκ στο ενδιάμεσο.

Σα να ζαλίζομαι λίγο από τα ντουπ.

Νίκος Λύτρας

Εκεί που ο ακαδημαϊσμός του Μονάχου συναντά το μοντερνισμό του πρώιμου εξπρεσιονισμού και η Ελλάδα διαφεύγει από την αυστηρότητα και ντύνεται στις φωτεινές παλέτες χρωμάτων. Ακρίβως σε εκείνο το σημείο είναι που στήνει ο Νίκος Λύτρας τις εικόνες της υπαίθρου του, τα γενναία πορτρέτα του και τις τηνιακές ακρογιαλιές του. Πολύ ωραία η έκθεση της Πινακοθήκης, σπουδαία και η πολύχρονη ερευνητική προσπάθεια της Αφροδίτης Κούρια, επιμελήτριας της έκθεσης, να ξεδιπλώσει το έργο του καλλιτέχνη. «Ο κύριος Νίκος Λύτρας εισάγει καινά δαιμόνια εις την ευγενική ελληνικήν τέχνην με τεχνοτροπίας εξεζητημένας και εκβιαστικάς. Αι προσωπογραφίαι του είναι αντιπαθητικαί», έγραφε ο Δ. Καλογερόπουλος στην έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών το 1915, εκφράζοντας με το πιο μικροπρεπές ύφος το συντηρητισμό ενός κατεστημένου που πάντοτε αρέσκεται στο να εκτοξεύει αφορισμούς. Στα σαράντα τέσσερα έτη του βίου του ο Νίκος Λύτρας μπορεί να μην κατάφερε να ξεπεράσει την αίγλη του πατέρα του Νικηφόρου, νομίζω όμως ότι είχε τη δύναμη να διασχίσει το σκοτεινό δωμάτιο, να ανοίξει το παράθυρο και να αφήσει το φως να πλημμυρίσει την τέχνη.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Η Δανδουλάκη χορεύει μπόσα νόβα με τον Πασχάλη

Σου σουμάρω μερικές πολιτιστικές εξορμήσεις των τελευταίων εβδομάδων μου για να μη νομίζεις ότι έχω γίνει ένα με τον καναπέ και βγαίνω μόνο στο μπαλκόνι. Πήγα κι είδα το «Παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας» που καθόλου κακό δεν θα το πεις. Διότι έχεις έναν Μαρίνο (που αντικειμενικός δεν μπορώ να είμαι: μου άρεσε και στο Ciao Ant1 ακόμα!), μία Δανδουλάκη και μία Μπαλανίκα (χοντρο γέλιο όμως) να δίνουν ρέστα σε κείμενο ψιλογνώριμου ύφους, φοδραρισμένο με τηλεοπτικά αστεία (είναι Ρήγας-Αποστόλου καρδιά μου) και με λιγάκι παλιακό σεναριακό εύρημα που καθόλου όμως δε σε χαλάει. Θανατερά ευχάριστο σε σημείο που προσπερνάς κάθε διάθεση αρνητικής κριτικής και τα σούξου-μούξου περί βάθους και ποιότητας. Έλα μην τρελαινόμαστε με τα δήθεν μας.

Επίσης πήγα στη Bossa Nova στο Εθνικό που πιο εύκολο να έκλεινες για την τελετή έναρξης της Ολυμπιάδας στο Πεκίνο, παρά να έβρισκες εισιτήριο για την παράσταση. Σου μιλάω για το χαμό. Εντάξει δεν ξετρελά, γιατί το ήθελα λίγο πιο ταξιδιάρικο και με περισσότερες αναφορές σε αυτό που υποσχόταν: τη Βραζιλία του ’50 και την ερωτική τρέλα του χορού. Αλλά αν εξαιρέσεις μερικές πρόζες-να σε πάρει-να σε σηκώσει, έναν παλμό τον είχε. Σου μίλαγε κι ας μη σου μιλούσε. Σε κέρδιζε, μετά σε έχανε για λίγο, αλλά σε κέρδιζε και πάλι. Συμπαθητική η Ναυπλιώτη, γοητευτικός ο Φραγκάκης, αχρείαστη η Μπαζάκα. Είχε και μία ξανθιά χορεύτρια που πολύ εντυπωσιάστηκα. Κι έναν άλλο τυπάκο που χόρευε θεϊκά. Παπαϊωάννου δεν ήταν, αλλά καλά πέρασα.

Πήγα και στον Πασχάλη. Όχι τον Τερζή ρε. Τον άλλον, τον ορίτζιναλ, τον τρίτεκνο. Kαι δεν σου κάμω πλάκα. Τραγουδάει με τη Μαντώ, τη Σοφία Αρβανίτη, την πολύπαθη θυγατέρα Ζήνα και έναν ταλαντούχο-νεαρό-ανερχόμενο-κύπριο-καλλιτέχνη που θα σε γελάσω. Η Μαντώ έχει παχύνει, αλλά η φωνή είναι καμπάνα. Βέβαια σου έβγαζε ένα ψιλοβαριέμαι, αλλά παρασυρόσουν από τα τραγουδάκια και το έκαμες γαργάρα. «Αυτό το καλοκαίρι θέλω να γλεντήσω, τίποτα να μη σκεφτώ.» Διαχρονικός ο στίχος. Η Σοφία Αρβανίτη είπε καναδυοτρεις φορές το «Δεν φταίω εγώ, δεν φταις εσύ, μπορεί να φταίει το νησί», ξύπνησε μνήμες με το «σοκολατί, το χρώμα που με φτιάχνει είσαι εσύ» και μετά έκαμε ένα ακατανόητο λαϊκό ξέσπασμα με «γλύκα, γλύκα, γλυκειά μου» και άλλες χασαποσέρβικες επιτυχίες του νεοβλάχικου γάμου, ξεσηκώνοντας το ειδικό κοινό που πάντα γμτ νομίζεις ότι δεν υπάρχει και πάντα σε διαψεύδει πλημμυρίζοντας τη σκηνή για να χορέψει. Η Ζήνα ήταν μία αποκάλυψη, διότι εκτός από το «εγώ ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν θέλω να σε χάσω, γιατί σε νιώθω και με νιώθεις κι εσύ», είπε μερικές ελληνικές και ιντερνάσιοναλ επιτυχίες και νομίζω όλοι παραδεχθήκαμε ότι θα μπορούσε να κάμει και καριέρα. Τέλος με το που ανέβηκε ο Πασχάλης και σήκωσε στροφές, σύσσωμο το μαγαζί βρέθηκε να χορεύει, πράγμα που πολλοί υπόσχονται αλλά λίγοι καταφέρνουν. Eightήλα του κερατά θα μου πεις, αλλά το προτιμώ χαλαρά από τα ξενυχτάδικα της λαϊκοκαψούρας ή τις πίστες της μεγαλοδιασκέδασης και γνώμη μου. Τι του έλειπε; Ένα ντουέτο Χαριτοδιπλωμένου – Αλέξιας, ένα πέρασμα του Ρακιντζή ή κάτι σε Πωλίνα.

Τώρα που είπα Πωλίνα, που θα βρω γαμώτι μου την αλησμόνητη επιτυχία «και όταν με παράτησες στα κρύα του λουτρού, δεν πήγα σε ψυχίατρο, δεν πήγα σε χαρτού. Και όταν με παράτησες στα κρύα του λουτρού, ξενύχτησα και έκλαψα στην πολυθρόνα τη μπαμπού»;

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Η καταραμένη γενιά

Μεγάλωσες με Χάιντι και Πόκεμον; Έπαιζες νιντέντο και έτρωγες δρακουλίνια; Έμαθες αυτολεξί την Ιστορία ή τη Βιολογία Γ’ Λυκείου για να δώσεις Πανελλήνιες, αλλά πλέον δεν θυμάσαι ούτε ποιος διάολος ήταν ο Κάνιγκ, ούτε τι σόι πράμα είναι το Πλασμώδιο του Λαβεράνου; Ε το δίχως άλλο είσαι παιδί της μεταπολίτευσης, περαστικά σου!

Στα ώπα-ώπα μεγάλωσες, αχάριστος μην είσαι. Δόξα το Θεό να λές, οι γονείς σου μπόρεσαν να εξασφαλίσουν τα adidas παπουτσάκια σου, να χαρτζιλικόσουν τις μεταφροντιστηριακές εξορμήσεις σου στα Goody’s και να χρηματοδοτήσουν εκείνο το μεταπτυχιακό σου στο αγγλικό λασποχώρι που ανάθεμα κι αν κατάλαβες γιατί ταλαιπωριόσουν να τελειώσεις. Το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 μοίραζε αυξήσεις και το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’90, μερίσματα. Ε δεν μπορεί, όλο και κάτι θα τσέπωσε κι εσένα ο μπαμπάς σου. Και δεξιός να ‘ταν, νομίζω πρόκαμε. Ας είναι καλά η νέα διακυβέρνηση. Έλα μην το αρνηθείς, ένα αποκούμπι το ‘χεις. Ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου.

Αλλά εκείνη η τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα η Χάιντι δεν σε είχε προετοιμάσει για τα όσα θα σου ξημέρωνε η επαύριο. Δυσκολεύθηκες να βρεις δουλειά το ξεύρω! Αλλά τώρα που τη βρήκες, έκπληξη βρε κουτό: θα την κρατήσεις μέχρι τα βαθιά γηρατειά σου, μη σου πω ότι θα συνεχίσεις να εργάζεσαι και για μερικά χρόνια ως μακαρίτης προκειμένου να συμπληρώσεις μερικά ένσημα. Διότι αυτό που η σημερινή γενιά λέει «σύνταξη» για εσένα θα είναι απλώς μία vintage αναφορά που θα σου φέρνει μία γλυκιά νοσταλγία, όπως ας πούμε ο Τέρι Χρυσός και οι αδελφές Μπρόγιερ. Πώς είναι το κογιότ που μπαίνει στη σύραγγα και βλέπει την αμαξοστοιχία να του’ρχεται; Έτσι κι εσύ! Το βλέπεις να σου ‘ρχεται κι έχεις μαρμαρώσει από το φόβο σου. Αλλά και τι να κάμεις; Τρόμαξες να τα εξασφαλίσεις αυτά τα 800 ευρώπουλα, είσαι τώρα για να κουνάς την καρέκλα σου;

Είναι κι ακριβή η ζωή. Μια που σου ανεβάζουν τα πετρέλαια, μία που σου τα αλλάζουν. Σου λέει εδώ κοτζαμάν διεθνείς αγορές και έχουν μία νευρικότητα, πως θα βγεις εσύ με μία χούφτα κέρματα; Ε και αναγκάζεσαι να μένεις με τους γονείς ή να στηρίζεσαι στους γονείς ή να σου πληρώνουν οι γονείς το δάνειο για το αμάξι. Που εκείνοι στην ηλικία σου –αν θες να ξέρεις- έπιαναν την πέτρα και την έστιβαν. Τώρα και πες τη βρίσκεις την πέτρα, το πιο πιθανό είναι να την κλικάρεις. Ή να τη βρει κάποιος άλλος και να σου την πετάξει. Άλλαξε ο κόσμος, αγρίεψαν τα πράγματα, είδα προχθές και τη Χάιντι σε ένα παγκάκι έξω από το Μουσείο με γλαρό μάτι, χάλια ήταν.

Αλλά εσύ χαμπάρι δεν παίρνεις. Έτσι κλεισμένος που είσαι στην κοσμάρα σου με άγχη και ανασφάλειες, επικοινωνείς μετά βίας με τον εαυτό σου και μόνο μέσω ίντερνετ. Κάνεις cut τις πολύπλοκες επαφές της καθημερινότητάς σου και με paste τις περνάς όλες στην ανώδυνη πραγματικότητα ενός facebook και καθαρίζεις. Εκεί που δεν χρειάζεται να προβληματιστείς για το τι θα πεις, τι θα βάλεις και πώς θα συμπεριφερθείς. Αρκεί που καλείς ένα σκασμό γνωστούς να απαντήσουν στο ίδιο Quiz με σένα για το πόσες φορές ρεύεται το μπαρμπούνι και νιώθεις μια χαρά κοινωνικοποιημένος. Κατάθλιψη το λένε, θα σου το διαγνώσουν σε καμιά πενταετία.

Κι ύστερα πρέπει και να παντρευτείς. Αλλά δεν σε πολυκόβω για γάμους και παιδιά. Είναι μωρέ που η μόνη σοβαρή γνωριμία σου τελευταία ήταν η etimigiaola_69, που αποδείχθηκε ότι τη λέγανε Σεργκέι και δούλευε υδραυλικός στα Καμίνια. Ε δεν θα είσαι ποτέ έτοιμος για οικογένεια, παραδέξου το. Δεν το’χεις, λέμε. Αδιέξοδες σχέσεις, δήθεν καταστάσεις, εγωισμοί και απύθμενη ανοησία, τρέξιμο δίχως τέλος και αβεβαιότητα, υπογονιμότητα και φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ρε νερό δεν θα έχουμε να πίνουμε του χρόνου κι εσύ μου μιλάς για αισθήματα; Που θα βγαίνεις στην παραλιά να λιαστείς και θα γυρνάς σπίτι Ντένζελ Γουάσινγκτον. Σαρανταέξι βαθμούς χτύπησε πέρσι και πριν καεί το δάσος. Βάλε με το μυαλό σου.

Κάποιος σε έφτυσε γαμώτο, δεν εξηγείται. Μήπως να έκαμες ένα ευχέλαιο, έναν εξορκισμό, ένα φενγκσούι; Διότι έρχεσαι τώρα εσύ με τα 800 ψωροευρώ σου και μία βαλίτσα διαψεύσεις, να διεκδικήσεις ένα αύριο. Το ξέρουμε κι οι δυο ότι το αξίζεις, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: θα πρέπει να χύσεις αίμα για να το’χεις. Και αν.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts