Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Καταιγίδα και τραμοντάνα


Σήμερις έχουμε πάρτι. Τύπου βάζουμε χιτάκια στο πικάπ και πιανόμαστε. Εντάξει, εσύ μπορείς να μείνεις και στον καναπέ να τρως φιστίκια (αν πεινάσεις, έχω και "μπόμπα" στο ψυγείο), αλλά θα σε πούμε ξενέρωτο και δύσκολα θα ξαναδείς πρόσκληση. Το πλέιλιστ, το επιμελήθηκα προσωπικώς και σε γενικές γραμμές είναι σέβεντις. Όπως θα διαπιστώσεις όμως, τα τραγούδια σού είναι μεν γνώριμα, αλλά τα νόμιζες αλλιώς και τη σύγχυση δεν τη γλιτώνεις. Σου έχω πάντως και το στίχο από κάτου, μην τυχόν και θέλεις να την εδείς καραόκε. Έλα να σύρουμε τις πολυθρόνες στις γωνίες, άνοιξε τα ηχεία και πάμε!


Κρήτη, Κέρκυρα και Νιο
μορφονιά με μορφονιό
Σφίγγει η θάλασσα τον ουρανό
Ύδρα, Πάρο και Ψαρά
και τον ήλιο για ψαρά
και βαρκάρη τον αυγερινό

Καλοκαιράκι μου, την αγαπώ
Μα το μεράκι μου, πώς να το πω

Πες μου σ'αγαπώ για να βγω
με μια βάρκα θαλασσιά
Άστρο να σου βρω και σταυρό
Απ'τα δώδεκα νησιά



Αγάπα με,
μ'όλα τα λάθη πουχω κάνει, 
κράτα με.
Ένοχος είμαι απέναντί σου,
τάπαμε,
μα σ'αγαπώ.

Αγάπα με,
γίνομαι δρόμος να περάσεις,
πάτα με,
Έχω ανάγκη από σένα,
νιώσε με, 
αγάπα με.



Εσένα, εσένα θέλω μόνο
Εσένα, εσένα θέλω μόνο
Αντίζηλες πάψε να βλέπεις παντού
Απίθανες σκέψεις μην βάζεις στο νου

Εσένα, εσένα θέλω μόνο
Εσένα, εσένα θέλω μόνο



Στην πλάτη ρίχνεις τα μαλλιά
φοράς κορδέλα βυσσινιά
τα βλέφαρα ζωγραφιστά
στο στήθος φυλαχτά.

Σε λένε το κορίτσι του Μάη
μα... στην καρδιά σου,
η αγάπη
δεν χωράει!



Είχα μια αγάπη κι εγώ
και το μυαλό μου θολό
για δυο ματάκια
μάτια τόσο γλυκά

Είχα μια αγάπη τρελή
κι είχα πιστέψει πολύ
πως ήταν όλα,
όλα ρομαντικά

Μα τι συμφορά μου
καημένη καρδιά μου
θα ψάχνω χρόνια
να βρω τα νερά μου

Αυτά τα μάτια ήτανε πλάνα
καταιγίδα και τραμοντάνα



Ουρανέ που περνάς
σ'όποια πόρτα σταματάς
ποιος ακόμα με θυμάται
να ρωτάς, να ρωτάς

Κάθε τόσο στ'ονειρό μου
ξαναβλέπω το πατρικό μου
στο μπαλκόνι χτίζουνε φωλιά
όσες αναμνήσεις
μου καίνε την καρδιά



Σε ζηλεύω την ώρα που στο πλάι σου γέρνω
σε ζηλεύω την ώρα που τα χείλη σου παίρνω
σ'αγαπώ μ'έναν τρόπο που με φέρνει στην τρέλα
γύρω από σένα η ζωή μου γυρνά

Αν μια μέρα σε χάσω / Αν μια μέρα σε χάσω
Αν μια μέρα σε χάσω / Αν μια μέρα σε χάσω
θα πάψω να υπάρχω
θα πάψω να ζω


Αυτό που τώρα μου συμβαίνει,
πρέπει να σας πω γιατί θα τρελαθώ
Ξέρω ότι είναι λάθος
μα δεν ξέρω πως το έπαθα αυτό

Ερωτευμένος ζω για το κορίτσι αυτό,
του φίλου μου η μικρή μ'ανοιξε πληγή
Δεν ξέρω πλέον τι να κάνω
δεν θα πρέπει να το μάθουνε κι οι δυο


Όλοι με ρωτάνε να τους πω,
άραγε γιατί να σ'αγαπώ;
Κι όλοι απορούν γιατί να είσ'εσύ
σώμα μου, μυαλό μου και ψυχή

Να λοιπόν γιατί σ'αγάπησα
και όσο ζω θα σ'αγαπώ
Να λοιπόν γιατί σ'αγάπησα
σ'όλο τον κόσμο θα το πω

Γιατί είσαι η αλήθεια μες την ψευτιά,
στα γκρίζα όνειρά μου η ξαστεριά
και μάνα κι αδελφή μου κι αγάπη εσύ
τι άλλο να ζητήσω απ'τη ζωή;


Ψάξε στην καρδιά σου να βρεις
το μυστικό σου που χρόνια ζητάς
Ψάξε στην καρδιά σου να βρεις
τι ναναι αυτό που γι'αυτό ξενυχτάς
Ποιο νάναι αυτό το μυστικό
μήπως ζητάς ό,τι κι εγώ

Μην μου λες σ'αγαπώ
δεν με ξέρεις καλά κι ίσως πάθεις αγόρι κακό
Να'σαι προσεκτικό
μια γυναίκα μπορεί να σε κάνει να κλάψεις πολύ
μ'ενα φιλί, έτσι λοιπόν.


Ποτέ δεν σε ξεχνώ,
ποτέ μου κι ας χωρίσαμε
στην σκέψη μου γυρίζουνε
οι ώρες μας που ζήσαμε

Ποτέ δεν σε ξεχνώ
ποτέ μου δεν σ'αρνήθηκα
στον πόνο και στο γέλιο μου
εσένανε θυμήθηκα

Με πάει το βήμα μου στο πουθενά
αλλά σε συλλογίζομαι
στ'oρκίζομαι 
και ζητώ να σε δω
και πικρά τραγουδώ
τραγουδώ



Τώρα πια, είσαι στο σπίτι μου σκιά
είσ'ένα ράγισμα στον τοίχο
Τώρα πια, είσαι το κλάμα του βοριά
και το παράπονο στο στίχο.

Τώρα πια, για σένα είμαι μακριά
και δεν με βρίσκουνε οι δρόμοι
Τώρα πια, δεν μου αλλάζουν την καρδιά,
ούτε το δάκρυ, ούτε η συγνώμη

Τώρα πια, είσαι ανάμνηση παλιά,
κίτρινο γράμμα στο συρτάτι
Καινούργια έχτισα φωλιά
καινούργια αγάπη μ'έχει πάρει.



Φώτα, κι άλλα φώτα
Ν'ανάψουν χίλια φώτα στη στιγμή
Χρώμα, κι άλλο χρώμα
το πράσινο, το μπλε, το βυσσινί

Μες στους καπνούς και στα τσιγάρα
Μες στα τραγούδια
Σε βλέπω με φλερτάρεις 
Όχι, σε φοβάμαι
Είσαι φωτιά



Χρόνια σε περίμενα κι ήρθες μια βραδιά
που τα πάντα γύρω μου ήτανε φωτιά
Η ζωή μου άλλαξε και η μέρα χάραξε
Κι η ματιά μου γέμισε γέλιο και χαρά

(ααααα αααααα)

Τέρμα τα παράπονα, τέρμα κι οι καημοί (τέρμα κι οι καημοί)
Έγινε πιο όμορφη τώρα η ζωή (τώρα η ζωή)
Τώρα ήρθες μάτια μου, μάτια μου εσύ
Τέρμα τα παράπονα, τέρμα κι οι καημοί (τέρμα κι οι καημοί)

Σημείωση: Κι ενώ εσύ λικνίζεσαι στους ανακατεμένους ρυθμούς, το πτηνό βρίσκεται ήδη πολύ μακριά. Για να ξεκουραστεί και ν'αλλάξει τον αέρα του. Θα μου το επιτρέψεις, διότι ήταν ένα δύσκολο καλοκαίρι. Ραντεβού και πάλι στα μέσα Σεπτέμβρη. Ως τότε, να αγαπάς και να προσέχεις τον εαυτό σου. Σε γλυκοφιλώ.

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Somewhere over the rainbow (Μέρος Τρίτο)


Βεβαίως και θα γυρίσουμε το υπόλοιπο νησί για να πάρεις μία γεύση από τις ομορφιές του. Σου το έταξα και πτηνό δεν αθετεί τις υποσχέσεις του. Άλλη φορά όμως. Διότι σήμερα, θα μου επιτρέψεις να μείνουμε ολημερίς στο Stornoway, έχω κάτι δουλίτσες να κάμω. Και για να σου θυμίσω τα προηγούμενα (πάλι αδιάβαστος ήρθες; τι εννοείς είχατε εψές κόσμο στο σπίτι; ανοίγεις γρήγορα το αναγνωστικό και διαβάζεις εδώ και εδώ!) βρισκόμαστε στις εξωτερικές Εβρίδες, ανοιχτά της Σκωτίας, σε ένα νησί που λέγεται Λιούις και Χάρις. Ναι, έχει δύο ονόματα -μαλώνανε τα σόγια και πήρε και από τους δυο παππούδες, έχεις κανένα πρόβλημα;


Λοιπόν, πρώτη μας στάση είναι το Δημαρχείο, που βρίσκεται μπροστά-μπροστά στο λιμάνι. Και που όπως σε κάθε βορειοευρωπαϊκή πόλη, έτσι κι εδώ, στεγάζεται σε ζούπερ ιμπρέσιβ μπίλντινγκ μνημειακών διαστάσεων και χαρακτηριστικών. Μην κοιτάς εμείς που είμαστε υπεράνω και τα κάμουμε από τσιμέντο και σαν κουτιά, ετούτοι εδώ είχαν ανέκαθεν περί πολλού τους τοπικούς Άρχοντες, γιατί διέθεταν πολλές αρμοδιότητες και δεν είχαν ως αγαπημένο χόμπι το να σε ξεζουμίζουν φορολογικώς και να σε ταλαιπωρούν γραφειοκρατικώς.


Σήμερις το κτήριο αυτό φέρει μεν το όνομα "Δημαρχείο", αλλά δεν στεγάζει υπηρεσίες, διότι χελόου, έχουμε ίντερνετ και ηλεκτρονική διακυβέρνηση (από ποιον αιώνα μάς έρχεσαι εσύ;). Το κτήριο λοιπόν, χρησιμοποιείται πλέον για εκδηλώσεις και εκθέσεις και λοιπά φεστίβιτις.


Η αγορά της πόλης δεν είναι μεγάλη, αλλά θα βρεις όλα τα απαραίτητα. Και βεβαίως, μην ψάχνεις γνωστές αλυσίδες, τύπου Ζάρα και Μαρκς-εντ-Σπένσερ. Εδώ έχουμε μικρά μαγαζιά στην παλιά καλή λογική του μικρο-επιχειρηματία. Που γνωρίζεται με την πελατεία του, σημειώνει παραγγελίες και σου χαμογελά όταν μπεις στο κατάστημά του.


Έλα να κόψουμε δρόμο από εδώ. Να πάρεις και μία γεύση από τα σπίτια της πόλης. Εδώ ας πούμε μένει ο Τζόναθαν, πούχει το κουρείο. Ακριβώς δίπλα του, η οικογένεια Μακντόναλντ, ο μπαμπάς δουλεύει στο πορθμείο και η μαμά είναι συμβολαιογράφος. Τα σπίτια ακολουθούν το εξής πατερν: μεγάλα παράθυρα, χοντροί τοίχοι, καμινάδες και όμορφες σοφίτες.



Σε μία τέτοια σοφίτα μένω κι εγώ. Σ'αυτή τη γειτονιά. Με θέα ένα ήσυχο δρομάκι, αντίκρυ από το γοτθικό καμπαναριό. Το πρωί ο ήλιος χαϊδεύει τα κουρτινάκια μου και σαν τ'ανοίγω πλημμυρίζει το δωμάτιό μου με τα χρώματα του ουρανού.



Ένα από τα πράγματα που εκτιμάς εδώ είναι η ησυχία. Ποτές δεν θα ακούσεις μουσική στη διαπασών από τους δίπλα. Ποτές δεν θα σε ταράξει διερχόμενος νεάντερνταλ με την Κατερίνα τη Στανίση ν'αναστατώνεται στο ραδιοσιντί. Ποτές δεν θα βάλει η τοπική κομματική οργάνωση μεγάφωνα με τη Φαραντούρη ή τον Σπανουδάκη σε ντεσιμπέλ ψηφίστε-μας. Ακόμα και τα καμπαναριά, χτυπούν στο σιγανό και όχι ολημερίς.


Κάτι άλλο που θα σε εντυπωσιάσει, είναι οι κήποι. Μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα μεγάλοι, αλλά είναι όλοι περιποιημένοι. Με τα γκαζόν τους και τις πετρούλες τους και τα πολύχρωμα λουλούδια τους. Ακόμα και την κυρία Νταίζη πούχει αρθριτικά και μετά βίας σκώνεται, θα την εδείς συχνά με το φτιαράκι της να τσαπίζει και να ασχολείται με τις μπιγκόνιες της.


Επειδής θα τόχεις απορία, να σου πω ότι η ζωή εδώ είναι φθηνή. Δηλαδής μπορείς να ζήσεις και με πολύ λίγα, δεδομένου ότι δεν έχεις και σε τι να τα ξοδέψεις. Ένα δίπατο σπίτι, με το καθιστικό και την κουζίνα κάτω, δύο υπνοδωμάτια συν βεσέ απάνω και μικρό κηπάκο, θα σου στοιχίσει γύρω στα εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ. Εσύ το λες μεζονέτα, εμείς το λέμε τίπικαλ μπρίτις χάους. Και ναι, με τα ίδια λεφτά στην Αθήνα, δεν έπαιρνες μέχρι πρότινος ούτε κοντέινερ.


Και τελοσπάντων, εδώ έχεις μία αίσθηση άπλας. Η δόμηση δεν είναι πυκνή και δεν σου φράττει τους ορίζοντές σου. Μήτε αναγκάζεσαι να στριμώξεις την καθημερινότητά σου σε ένα διαμερισματάκι μιας απρόσωπης πολυκατοικίας. Όλα είναι καμωμένα με τρόπο, ώστε να σέβονται τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.



Απλά σπίτια, χωρίς πολλές-πολλές πολυτέλειες. Αλλά καλοβαμμένα και περιποιημένα και καθαρά. Σε ένα αστικό περιβάλλον που σου δίνει την αίσθηση της τακτικότητας και της συνέπειας.



Και μη θαρρείς ότι δεν υπάρχει χώρος για πειραματισμούς και τσαχπινιές. Παίρνεις τη μπογιά, βάφεις έναν τοίχο γαλάζιο ή μενεξεδί και προσθέτεις στην καθημερινότητά σου, μία έξτρα δόση χαρουμενιάς και αισιοδοξίας.



Σταμάτα να με σκουντάς, φθάσαμε. Ήθελα απλώς να σου δείξω και μερικούς από τους μέσα δρόμους για να έχεις εικόνα. Παίρνεις βρε αδελφέ μία μετάθεση για εδώ, να μην ξεύρεις αν σου αρέσει το μέρος κι αν μπορείς να ζήσεις; Τι εννοείς ερημιές και βαρεμάρες; Α στο είπα εξαρχής, το νταβαντούρι δεν τόχουμε στο πρόγραμμά μας!



Αλλά για να μην νομίζεις ότι ολημερίς είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια και πλέκουμε κασκόλ, βουαλά το πνευματικό μας κέντρο. Πρόκειται για ένα μονδέρνο κτήριο, πολύ κοντά στο Δημαρχείο, που συγκεντρώνει όλη την πόλη. Διότι διαθέτει αίθουσα προβολών (για να βλέπουμε σινεμά) και αίθουσα εκθέσεων (για την κουλτουρέ μας καλλιέργεια) και χώρο για τη δημιουργική απασχόληση των παιδιών και εστιατόριο και ωραιότατη καφετέρια να πιεις το εσπρεσάκι σου, με θέα το λιμάνι. Εννοείται ότι θα πέσεις πάνω σε γνωστούς, αλλά μην περιμένεις τις υπερβολές και τις διαχυτικότητες που έχεις συνηθίσει: θα χαιρετισθείς, θα χαμογελάσεις και ως εκεί. Τα περαιτέρω, μόνο αν κάμεις παρέα και στο πλαίσιο μίας κοινωνικής συνάθροισης. Άλλοι κώδικες επικοινωνίας. Μπορεί να σου φανούν πιο τυπικοί, αλλά τουλάχιστον δεν χαρακτηρίζονται από τη δηθενιά και την υποκρισία πούχουν πολλές κοινωνικές σχέσεις που ξεύρω.



Αυτό είναι τ'αγαπημένο μου καφέ. Βρίσκεται λίγο παραπάνω από το πνευματικό κέντρο και έχει την καλυτερότερη μηλόπιτα πούχεις φάει στη ζωή σου. Επίσης, διαθέτει κάμποσους καφέδες και τσάγια με διαφορετικές γεύσεις, σοκολάτες, μάφινς και καπ-κέικς. Και πωλήτριες με κόκκινα μάγουλα, σκωτσέζικη προφορά και ωραίες χρωματιστές ποδιές!



Τα πρωινά έχει αρκετό κόσμο εδώ. Που συζητάει πολιτισμένα και χωρίς φωνές. Που χαμογελάει και απολαμβάνει την παρέα του και τον καφέ του.



Η έκπληξη σε περιμένει ακριβώς δίπλα. Καλωσήρθες στη δανειστική μας βιβλιοθήκη. Πούναι τεράστια και ζούπερ μονδέρνα και ενημερωμένη. Έχουμε βιβλία για κάθε γούστο, εφημερίδες και περιοδικά να ξεφυλλίσεις, σιντίς και ντιβιντίς να επιλέξεις, φωτοτυπικό να βγάλεις τις κόπιες σου, καναπέδες και πολυθρόνες να βυθιστείς αγκαλιά με το βιβλίο σου. Και βεβαίως λέσχες ανάγνωσης και ειδικά ακτίβιτις για τα παιδιά. Μπορεί να το γελάς, αλλά αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά σημεία της πόλης. Μίας πόλης οκτώ χιλιάδων κατοίκων, υπενθυμίζω. Όσο περίπου η Σητεία στην Κρήτη ή η Χρυσούπολη Καβάλας ή το Διδυμότειχο.


Δυστυχώς οι συγκρίσεις με αντίστοιχες ελληνικές περιπτώσεις είναι ατυχείς. Διότι και παρά τις αντικειμενικές αντιξοότητες αυτού εδώ του μέρους, που βρίσκεται απάνου σε ένα απομονωμένο νησί, που σφυροκοπείται από θύελλες και ανέμους και που οι χειμώνες του είναι αδυσώπητοι και σκοτεινοί, συναντάς μία ανέλπιστα ευημερούσα κοινότητα.



Που σιάχνει τις αυλές της, που διαβάζει φανατικά και συζητάει λογοτεχνικά βιβλία, που συναντιέται στα καφές και στα εστιατόρια της πόλης, που ασκεί τα χόμπις της (έχουμε σύλλογο φιλοτελιστών και σύλλογο φίλων του κρίκετ και σύλλογο αερομοντελιστών και πολλά άλλα που δεν μπορείς να φανταστείς!), που βάφει με επιμέλεια τα σπίτια της και φροντίζει τις παλιές αποθήκες, τις εκκλησιές της και τα κάστρα της.



Μία κοινότητα που ζει κοιτώντας με υπερηφάνεια και σεβασμό τους πολύχρωμους ουρανούς της και τις απέραντες θάλασσες που την κυκλώνουν.



Άρχισε να νυχτώνει, θα πρέπει να γυρίσουμε σπίτι. Το κρύο είναι ήδη τσουχτερό. Κι ας είναι μόλις αρχές φθινοπώρου. Η κίνηση μετά τις εννιά αραιώνει. Μόνο στις παμπς και τα εστιατόρια βρίσκεις ακόμα κόσμο. Ελάχιστοι είναι αυτοί που βολτάρουν. Κάποιοι -πολύ αποφασισμένοι- κάμουν τζόκινγκ περιμετρικά του λιμανιού ή παίζουν ποδόσφαιρο ως αργά στο στάδιο της πόλης.



Τα φώτα μετατρέπουν το Στόρνογουεϊ σε σκηνικό. Κι αν ακόμα δεν τόχεις καταλάβει, βρίσκεσαι σε μία εξαιρετικά απλή και ασήμαντη πόλη, πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα από οποιοδήποτε μεγάλο αστικό κέντρο. Η Γλασκόβη και το Εδιμβούργο, απέχουν έξι-εφτά ώρες. Το Λονδίνο είναι σχεδόν άλλη χώρα. Σε λίγες μέρες ψηφίζουμε εδώ. Για την ανεξαρτησία μας, την ανεξαρτησία της Σκωτίας. Ίσως το Λονδίνο να γίνει άλλη χώρα.



Η ώρα είναι περασμένες δέκα και μισή. Ούτε η νύχτα δεν είναι ίδια σε ετούτα τα μέρη. Δεν είναι όσο πυκνή και σκοτεινή την έχεις συνηθίσει. Αυτό είναι το ημίφως του Βορρά. Το λυκαυγές των θεών. Λίγο πιο πάνω, εμφανίζεται το βόρειο σέλας. Οι σχεδόν μεταφυσικές αντανακλάσεις ενός σιωπηλού και παγωμένου κόσμου. Ενός κόσμου, από τον οποίον μάς χωρίζουν ουχί μόνο χιλιόμετρα απόστασης. Αλλά και επί της ουσίας, διαφορές.


Καλή σου νύχτα, Τζόναθαν. Καλή σας νύχτα, κύριε και κυρία Μακντόναλντ. Καλή σας νύχτα, κυρία Νταίζη. Καλή σου νύχτα, Στόρνογουεϊ. Καλή σας νύχτα, θεοί.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Somewhere over the rainbow (Μέρος Δεύτερο)


Δεν ξεύρω αν το έχεις συνειδητοποιήσει, αλλά οδηγούμε εδώ και αρκετή ώρα σε έναν από τους ακριβότερους δρόμους του κόσμου. Επειδής μάλιστα μας στοίχισε ένα σκασμό λεφτά, τον λέμε "Golden Road" και τον έχουμε σε τεράστια υπόληψη. Διότι διασχίζει καταπράσινους λόφους, περνάει απάνου από γέφυρες, αγκαλιάζει φιορδ και ανεβοκατεβαίνει σε απότομες πλαγιές. Όσο για το σίνερι, είναι απλώς συναρπαστικό. Λίμνες, ρυάκια, ποτάμια, θάλασσες, στεριές, σύννεφα κι ομίχλες, εναλλάσσονται σε μία από τις πιο θεαματικές διαδρομές του πλανήτη.


Τι εννοείς πώς βρεθήκαμε εδώ; Μα με το πλοίο της γραμμής ντε (αν έχασες το προηγούμενο επεισόδιο, πηγαίνεις εδώ, σούχω κρατήσει πρώτη θέση στις Καληδονιακές Γραμμές)! Και σταμάτα να φωνάζεις, όλα θα σου τα εξηγήσω. Και τα που και τα πως και τα γιατί. Βρισκόμαστε σε μία από τις πιο απομακρυσμένες άκρες της Ευρώπης. Πιο πέρα και από την πινέζα του χάρτη. Στο νησί Λιούις και Χάρις. Στις εξωτερικές Εβρίδες. Που βρίσκονται δυτικά της Σκωτίας και αποτελούν ένα από τα πιο απιστεύταμπολ μέρη στον κόσμο. Ναι, πτηνό σε υπερπαραγωγή.



Φθάσαμε κιόλας στον προορισμό μας. Στο μοναδικό μεγάλο αστικό κέντρο των εξωτερικών Εβρίδων, την πόλη Στόρνογουεϊ. Οκτώ χιλιάδες κάτοικοι στο τέλος του κόσμου.


Και οφείλω να ομολογήσω ότι είσαι εξαιρετικά τυχερός. Διότι σήμερις, βρέχει μεν κατά διαστήματα, αλλά βγάζει που και που, έναν λαμπερό ήλιο -πράγμα σπάνιο για ετούτα τα μέρη. Και δη, τέτοια εποχή. Σου είπα να το πάρεις το μπουφανάκι σου, το κλίμα εδώ είναι υγρό και ψυχρό. Και που είσαι; Να έχεις πρόχειρη και την ομπρέλα. Διότι οι άφθονες βροχοπτώσεις σφυροκοπούν ανελέητα τα νησιά, το μπουγέλο δεν θα το γλιτώσεις.


Επειδής την αγαπώ πολύ αυτήν την πόλη, θα μου επιτρέψεις να σε περιπατήσω λίγη ώρα στους δρόμους της. Και να προσπαθήσω να στην εξηγήσω.



Παρότι εντελώς απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, το Στόρνογουεϊ διαθέτει ένα πολύ ζωντανό λιμάνι. Κάτσε να σου το δείξω από εδώ που φαίνεται κάπως καλύτερα. Αυτό το φυσικό λιμάνι που βλέπεις (ναι, είναι επιπέδου καρτ ποστάλ) είναι που το κατέστησε από τα πανάρχαια χρόνια, κέντρο του σκληροτράχηλου αυτού νησιού. Η πρώτη πόλη δημιουργήθηκε εδώ από τους Βίκινγκς τον 9ο αιώνα και τη φωνάζαμε Stjomavarg -αλλά επειδής στραμπουλάγαμε τη γλώσσα μας για να το πούμε, αργότερα το βαφτίσαμε Στόρνογουέι. Και όχι δεν σου κράτησα μπομπονιέρα.


Μέχρις και σήμερα, η μικρή αυτή κοινότητα ανθρώπων ζει κυρίως από την αλιεία. Εξού και το μέρος φημίζεται για το σολομό του που τον εκάμουμε καπνιστό και τον συνοδεύουμε με βραστές πατάτες. Πολύ γκουρμέ δεν θα το πεις, αλλά τα ωμέγα τρία σου, τα παίρνεις. Κάμουμε και ωραίες μηλόπιτες. Παράγουμε και τη δική μας μπύρα. Που είμαστε υπερήφανοι γι'αυτήν (χικ) και την προτιμούμε (χικ χικ).


Όπως καταλαβαίνεις, η ζωή εδώ είναι ήσυχη. Και θα σε εκπλήξει το πόσο φιλικοί είναι όλοι μαζί σου. Δεν υπάρχει περίπτωση να βγεις στην αγορά το πρωί και να μην καλημεριστείς με τον Τζόναθαν στο φαρμακείο, τη Σούζαν στο μπιστρό και τον κύριο Μακένζι στο παντοπωλείο. Μήτε να μην πέσεις απάνου στον εφημέριο Πήτερσον και τον Άρθουρ που βγάζει την τοπική εφημερίδα.



Και μιας και αναφέρθηκα στον εφημέριο, οφείλω να σου πω ότι ουχί μόνο είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα δόγματα (και είτε είσαι καθολικός, είτε προτεστάντης, είτε της εκκλησίας της Πεντηκοστής, θα βρεις ναό να προσευχηθείς), αλλά γενικά υπάρχει μεγάλη θρησκευτικότητα. Και τις Κυριακές, άπασες οι εκκλησίες είναι γιομάτες. Για να καταλάβεις, εδώ στις εξωτερικές Εβρίδες, για πολλά χρόνια εφαρμόζαμε φανατικά το χριστιανικό Σάμπαθ: δηλαδής τις Κυριακές δεν υπήρχε απολύτως τίποτις ανοιχτό κι αν ας πούμε σου είχε τελειώσει το γάλα, έπρεπε να πας να βρεις μόνος σου κατσίκα (μα που σούρθε η όρεξη για γαλατόπιτα;), αν σου είχαν τελειώσει τ'αυγά, έπρεπε να πας να βρεις κότα (μα που σούρθε η όρεξη για ομελέτα;) κι αν σου είχαν τελειώσει τα τσιγάρα, κάπνιζες τα λυσσακά σου (μήπως να τόκοβες επιτέλους;). Αν είσαι κατά του ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές, δις ιζ δε πλέις του μπι. Αλλά θα πρέπει να πηγαίνεις στην κυριακάτικη λειτουργία σιδερωμένος.



Η θρησκευτικότητα εδώ έχει να κάμει με την ιδέα του κομιούνιτι. Του αισθήματος της κοινότητας δηλαδής ανάμεσα στους ανθρώπους. Σε ένα μέρος που σε αναγκάζει ουχί απλώς να συνυπάρξεις, αλλά να συνεργαστείς με τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας.


Εγκληματικότητα; Όχι δεν έχουμε, ούτε για δείγμα. Αεροδρόμιο; Είσαι σοβαρός; Είμαστε οκτώ χιλιάδες ψυχές, λέμε. Όσοι είναι οι κάτοικοι της Λέρου, σα να λέμε. Σιγά μην έχουμε και το Ελευθέριος Βενιζέλος. Μετανάστες; Μόνο εκείνα τα παιδιά που έχουν το ινδικό εστιατόριο. Και έξι-εφτά οικογένειες μουσουλμάνων. Θα σου το ξαναπώ για να το καταλάβεις: είμαστε στο τέλος του κόσμου, παραπέρα είναι ο Ατλαντικός και η Βόρεια Θάλασσα. Η πρώτη στεριά που βρίσκεις είναι η Ισλανδία -κι αν πήγαινες με το καράβι (που δεν πας, γιατί δεν έχει) θα σούπαιρνε πέντε μέρες.



Για πολλούς ανθρώπους, αυτή η απομόνωση είναι πιεστική. Τους πνίγει και τους στεναχωρεί. Αλλά εμένα, μου αρέσει. Απολαμβάνω την ηρεμία. Την οργάνωση. Την ευταξία. Τους περιπάτους μου στα δρομάκια με τα πολύχρωμα σπίτια. Αυτήν την αίσθηση ότι όλα ήταν, είναι και θα είναι απλά. Θα σηκωθείς το πρωί, θα βρεις την Stornoway Gazette στην πόρτα σου, θα φας το πρωινό σου βλέποντας BBC Scotland, θα βγάλεις το σκύλο σου βόλτα, θα πας με τα πόδια στη δουλειά, θα εργαστείς το επτάωρό σου δίχως άγχος, θα κάμεις τα ψώνια σου επιστρέφοντας σπίτι και το βράδυ, θα διαβάσεις τα βιβλία σου, θα ακούσεις τη μουσική σου ή θα βγεις με τους φίλους σου σε κάποια από τις λόκαλ παμπς.


Τόσο εύκολα. Και τόσο απλά. Μακριά από τα άγχη πούχεις συνηθίσει στη δική σου καθημερινότητα. Μακριά από την ανοργανωσιά και την ασυνέπεια της ελληνικής πραγματικότητας. Της τάχα-μου διαφημισμένης ως η πιο γουάου χώρα του κόσμου. Που όλοι είμαστε απάνου στα τραπέζια. Και διασκεδάζουμε νυχθημερόν στη Μύκονο και τη Σαντορίνη. Από εδώ δεν απέχει μονάχα η Ισλανδία, αμέτρητα ναυτικά μίλια. Αλλά και το κλάμπινγκ και οι φασαρίες. Και οι γκρίνιες και οι αλητείες.


Ναι, το ξεύρω πως εδώ τόχεις να μου το πεις, γι'αυτό θα σε προλάβω: πράγματι το χειμώνα νυχτώνει εδώ από τις δύο παρά το μεσημέρι. Και το κρύο είναι τσουχτερό. Κι άμα χιονίσει, τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Πρέπει λοιπόν να είσαι προετοιμασμένος και γι'αυτά. Νάχεις μια καθημερινότητα που να μπορεί να συμβιβαστεί με τις κλιματολογικές συνθήκες. Νάχεις ενδιαφέροντα. Και ασχολίες. Και χόμπις. Και να απολαμβάνεις και τις μοναξιές σου. Στο είπα και πριν: τη μουσική και τα βιβλία σου. Το παρατήρησες πως δεν περπατάμε πια ανάμεσα στα σπίτια του Στόρνογουεϊ.



Δεν έχουμε βγει ακριβώς από την πόλη. Εντός της είμαστε. Απλώς έχουμε πάρει αυτό το μονοπάτι που πηγαίνει περιμετρικά γύρω από τον όρμο της. Και οδηγεί στο κάστρο. Θέλω να σου δείξω κάτι ακόμα. Μην βαρυγκωμάς, γι'αυτό ήρθαμε.



Το πάρκο που βλέπεις είναι κέντρο αναψυχής για τους κατοίκους. Θα ιδείς κάμποσους να βγάζουν τα σκυλιά τους βόλτα εδώ. Ή να κάμουν τζόκινγκ. Ή να ρεμβάζουν στα παγκάκια. Φόρα το καλό σου χαμόγελο γιατί θα χαιρετιστείς με όλους, δεν το γλιτώνεις.



Θα ιδείς κι αυτά τα ξυλόγλυπτα. Πρόκειται για αντίγραφα (σε μεγάλο μέγεθος) των πιονιών από ένα μεσαιωνικό σκάκι που βρέθηκε στο νησί και ανάγεται στην εποχή των Βίκινγκς. Τόχουμε περί πολλού εδώ και θεωρείται από τα σημαντικότερα ευρήματα από το μακρινό σκοτεινό παρελθόν του νησιού. Ετούτος είναι ο βασιλιάς.



Και ετούτη η βασίλισσα. Που μου ζήτησε να της πω τι γίνεται στην Ελλάδα και ιδού η αντίδρασή της.



Αυτό εκεί είναι το κάστρο. Που ήταν κατοικία των ιδιοκτητών της νήσου. Διότι μπορεί σήμερις να σου φαίνεται αδιανόητο, αλλά σε πληροφορώ ότι το 1610 ο Ιάκωβος ο Έκτος παραχώρησε το νησί Λιούις και Χάρις (που είναι στο μέγεθος της Χίου για νάχεις ένα μέτρο σύγκρισης) στην οικογένεια Μακένζι από το Κίντεϊλ.



Η οποία έσιαξε αυτό το σεμνό και ταπεινό εστέιτ για να στεγαστεί, να μην τη φάει και τ'αγίαζι. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, το κάστρο μετατράπηκε σε ναυτικό νοσοκομείο. Αργότερα, στέγασε πανεπιστημιακές σχολές και σήμερις τόχουμε κλειστό και κλειδωμένο. Διότι ήταν πολυέξοδη η συντήρηση και μας είχε φέρει στο μη-παρέκει.



Αλλά μη νομίζεις ότι θα το αφήκουμε για πολύ να μαραζώνει. Αν μας έχεις για τέτοιους, δεν μας ξεύρεις καθόλου. Ήδη εκπονείται μελέτη σκοπιμότητας και μπίζνες πλαν για τη μετατροπή του κάστρου σε μουσείο ή πολυκέντρο πολιτισμού. Προς το παρόν και ώσπου να απεφασίσουμε τι θα το κάμουμε, φροντίζουμε τους υπέροχους κήπους του και καθαρίζουμε με φοβερή επιμέλεια τα παρτέρια και τις εισόδους του.


Αλλά δεν σε έφερα εδώ μήτε για τα ξυλόγλυπτα, μήτε για το κάστρο. Την πόλη ήθελα να ιδείς. Από αυτήν της την πλευρά. Από τον κλειστό όρμο που σχηματίζεται δίπλα από το λιμάνι. 


Εδώ που τα νερά έρχονται και φεύγουν, υπακούοντας στις δυνάμεις της άμπωτης και της παλίρροιας. Εδώ που τα σπίτια, τα καράβια και τα σύννεφα δημιουργούν εικόνες που γαληνεύουν την ψυχή σου.


Και σε έφερα ως εδώ εντελώς σκόπιμα. Για να σου πω ένα μυστικό. Ένα πολύ προσωπικό μου μυστικό.


Όταν το βράδυ κλείνω τα μάτια, όταν προσπαθώ να διώξω τις κακές μου σκέψεις και τα άγχη μου, όταν πασχίζω να αδειάσω το μυαλό μου από τις στενοχώριες, αυτήν την εικόνα φέρνω στο νου μου.



Αυτήν εδώ την εικόνα φυλάσσω μέσα μου. Ως πολύτιμη παρηγοριά μου. Αυτήν την εικόνα προσπαθώ να αναπλάσω. Με τις μπλε, τις γαλάζιες, τις κίτρινες και τις κόκκινες μπογιές της φαντασίας μου.


Αυτήν την εικόνα ονειρεύομαι. Της ησυχίας. Της θαλασσινής αύρας. Της υγρής και ψυχρής ατμόσφαιρας. Του ψιλόβροχου. Των συννεφιασμένων οριζόντων.


Αυτή η εικόνα με βοηθά να κερδίσω πίσω την ψυχή μου.


Αυτή η εικόνα με την πόλη. Και με το ουράνιο τόξο της. Που σηκώνεται από τη μιαν άκρη της, κι αφού τη στεφανώσει...


...ξαπλώνει από την άλλην. 


Κι έτσι μόνο παραδίδομαι στον πιο βαθύ και εξαγνιστικό μου ύπνο. Καθησυχασμένος. Γιατί γνωρίζω καλά. Πως εκεί μακριά στα άκρα της οικουμένης, πέρα από το ουράνιο τόξο, υπάρχει ένας τόπος που είχα κάποτες γνωρίσει. Και μου τον είχε υποσχεθεί ένα νανούρισμα.


(αύριο η συνέχεια)

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts