Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Οι νεκροί δεδικαίωνται;



Ετούτο εδώ το μέρος μοιάζει με άσκηση ηθικής. Από εκείνες που πονοκεφαλιάζουν τους φοιτητές στις σχολές Φιλοσοφίας και άμα σου πέσουν στις εξετάσεις, δαγκώνεσαι. Βρισκόμαστε στον Διόνυσο. Αψηλά σε μία πλαγιά του Πεντελικού Όρους, στη θέση Ραπεντώσα. Εδώ βρίσκεται το γερμανικό νεκροταφείο. Κι είναι θαμμένοι οι οχτροί μας.



Εννέα χιλιάδες εννιακόσιοι εβδομήντα τρεις νεκροί Γερμανοί στρατιώτες. Από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ναι, όταν ήρθε το Γ' Ράιχ και πλάκωσε τη χώρα. Πολλοί εξ αυτών σκοτώθηκαν στα μέτωπα των συγκρούσεων, στις τελευταίες εκείνες δραματικές ημέρες πριν καταρρεύσει η ελληνική άμυνα στη Βόρεια Ελλάδα. Άλλοι έχασαν τη ζωή τους από πράξεις αντίστασης. Σε ανατινάξεις γεφυρών, σε ενέδρες, σε ανταρτοπόλεμο.



Αυτός ο χώρος είναι πράγματι ιδιότυπος. Έρημος, γαλήνιος και εξαιρετικά φροντισμένος. Με μία εντελώς μίνιμαλ αισθητική. Και πολύ μικρότερος από εκείνο που θα περίμενες -λαμβανομένου υπόψη ότι φιλοξενεί τόσες χιλιάδες νεκρούς.



Τρία "διαμερίσματα" είναι όλα κι όλα που περικλείονται από χαμηλό τειχισμό. Θα μου πεις, και χωρέσαν τόσες ψυχές εδώ;


Ναι. Διότι στην πραγματικότητα, εδώ θα βρεις κοινοτάφια. Με τεράστιες μαρμάρινες πλάκες που έχουν απάνου τους χαραγμένα τα ονόματα των στρατιωτών.



Στάθηκα και κοίταξα με κάποια θλίψη τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου. Οι περισσότεροι ήταν γεννημένοι το 1920-24. Που σημαίνει ότι σκοτώθηκαν όταν ήσαν εικοσάρηδες. Υπάρχουν και κάποιοι μεγαλύτεροι, γεννημένοι το 1906, το 1907 και το 1908. Αυτοί φαντάζομαι κατείχαν πιο επιτελικές θέσεις στα ναζιστικά στρατά.



Σκέψου να ήσουν ετούτος ο Φριτς Κράους μη-χειρότερα! Να'χες γεννηθεί σε καμία Ρηνανία-Βεστφαλία ή πιο νότια, προς τη Βαυαρία. Σε εκείνα τα ειδυλλιακά χωριουδάκια με τα ζούπερ τέλεια σπιτάκια. Νάπινες τις μπύρες σου, νάτρωγες τα λουκάνικά σου με γαρνιτούρα κόσλοου, νάρμεγες την αγελάδα, νάριχνες στο τσακίρ κέφι και κάνα τιρολέζικο. Και ξαφνικά να βρισκόσουν στην Ελλάδα. Ουχί στη Μύκονο ως τουρίστας με το βανάκι σου, αλλά στη Ρούμελη ως κατακτητής με το καμιόνι σου. Και αντίς για το καρτόφελ, νάτρωγες καμιά μπόμπα αντιστασιακού εκεί που εροβόλαγες τη γέφυρα του Γοργοποτάμου.


Τί τόθελες βρε Φριτς μου το μιλιτέρ στην άλλη άκρη της Ευρώπης; Το ξεύρω πως μπορεί και να μην έφταιγες. Να ακολουθούσες εντολές. Αυτή δεν είναι η δικαιολογία άλλωστε στη μεταπολεμική Γερμανία; Το συλλογικό τους ελαφρυντικό; Ότι ακολουθούσαμε βρε παιδιά, εντολές και είτε δεν πολυκαταλάβαμε ότι επρόκειτο για θηριωδία, είτε το καταλάβαμε αλλά δεν μπορούσαμε να αντιδράσουμε.


Είμαι εκ φύσεως άνθρωπος συγχωρητικός. Όλοι κάμουμε λάθη, αναγνωρίζω το δικαίωμα του καθενός στην αστοχία. Στο ατόπημα. Αλλά εδώ είναι μία περίπτωση που υπερβαίνει τη δική μου μεγαλοθυμία. Διότι το μέγεθος της ζημιάς υπήρξε τεράστιο. Ουχί μόνο σε ανθρώπινες ζωές. Αλλά στον τραυματισμό γενεών ολάκερων. Η ναζιστική Γερμανία δεν παρέσυρε μονάχα έναν κόσμο στην καταστροφή, αλλά εισηγήθηκε και μία ιδεολογία μίσους που μέχρις και σήμερα διαβρώνει συνειδήσεις. 


Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να συγχωρέσω. Το προσπαθώ, κάθε φορά που βρίσκομαι στη Γερμανία. Το δουλεύω πολύ μέσα μου, όταν παρακολουθώ την Μέρκελ, τον Σόιμπλε, τους διάφορους αστέρες της νεογερμανικής ελίτ να απευθύνουν αλαζονικά, συστάσεις προς τους λοιπούς Ευρωπαίους. Το παλεύω και εδώ, στις γαλήνιες πλαγιές της Πεντέλης, ανάμεσα σε αυτούς τους τάφους. Που μνημονεύουν εκείνους που υπήρξαν ταυτόχρονα και τα δύο: θύτες και θύματα πολέμου.


Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να συγχωρέσω. Γιατί η αφήγηση του πατέρα μου από την κατοχική Αθήνα ήταν και θα είναι πάντα ένα στοιχείο της ταυτότητάς μου. Γιατί η φρίκη που νιώθω κάθε φορά που επισκέπτομαι κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, είναι ανείπωτη. Γιατί η οδύνη στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στους Λιγκιάδες και σε όλα τα ανά την Ελλάδα μαρτυρικά χωριά, είναι βαθιά και σπαραχτική. Γιατί δεν είναι που δεν μπορώ, είναι και που δεν θέλω να ξεχάσω.


Μπορώ να καταλογίσω πολλά σε αυτήν την πατρίδα. Αλλά οφείλω και να της αναγνωρίσω. Αυτόν τον ιδιότυπο συνδυασμό φιλότιμου, υπερηφάνιας και αδάμαστης θέλησης. Που την οδήγησε σε μία μεγαλειώδη αυταπάρνηση. Τη στιγμή που πολλοί άλλοι λαοί κιότεψαν και υποκλίθηκαν. Ή συνεργάστηκαν και αποδέχτηκαν. 


Και βρίσκομαι εδώ. Εβδομήντα τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της ιστορικής καταιγίδας. Να κοιτάζω με πραγματική έκπληξη, τον τρόπο με τον οποίο τιμούν και ενθυμούνται τους νεκρούς τους εκείνοι. Και αναρωτιέμαι, γιατί δεν έχουμε εμείς ένα μεγάλο μουσείο Β' Παγκοσμίου Πολέμου για να αφηγηθούμε το δικό μας αγώνα και το δικό μας δράμα. Αναρωτιέμαι γιατί δεν υπήρξαμε ποτέ ικανοί να διεκδικήσουμε τα όσα μας χρωστά η ιστορία. 


Θα προσπαθήσω να αποφύγω τα κλισέ. Και να μην κάμω αναγωγές του τότες με το σήμερα. Να μην μιλήσω για την στρατιωτική κατοχή του σαράντα και την οικονομική κατοχή του δυοχιλιάδες τόσο. Είναι πιο σύνθετη η συζήτηση για τα τώρα, δεν θα πέσω στην παγίδα των εύκολων αιτιάσεων και της δαιμονοποίησης της Γερμανίας. Αλλά περπατώντας ανάμεσα σε ετούτα τα ονόματα, τον Φριτς, τον Γιόχαν και τον Χανς, νομίζω πως δικαιούμαι αυτό τουλάχιστον: κάθε φορά που αναφέρεται το Βερολίνο στην Αθήνα, κάθε φορά που Γερμανός αναφέρεται στην Ελλάδα, να είναι ο λόγος του ταπεινός και μετρημένος. Διότι πέρα και πάνω από τις αγορές, πέρα και πάνω από τις εθνικές ματαιοδοξίες, υπάρχει η ηθική της ιστορίας. Και ως προς αυτήν, κρινόμαστε όλοι.

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Μαχάνε Γεχούντα



Πήρες το χαρτάκι που σημειώσαμε τα ψώνια; Έγραψες ντομάτες και πιπεριές; Μωρέ μου έλειψαν πολύ τα γεμιστά! Και φρούτα να πάρουμε. Και καρύδια. Να σιάξουμε τσαροσέθ. Και πράσα. Για κεφτίκας ντε! Έχω μια παλιά σεφαραδίτικη συνταγή, θα γλείφεις και τα δάχτυλά σου.



Προσπέρασέ τον αυτόν τον ματζίρη. Την τελευταία φορά που ψώνισα, μου έδωκε τάχα μου λάθος τα ρέστα! Δεν τον έχω καταλάβει, θαρρείς, τί παραδόπιστος είναι!



Θα πρότεινα να αποφύγουμε και ετούτον. Τρε μπρουτάλ το ύφος, έτοιμος να με πιάσει από το ράμφος και να με τσουρομαδήσει, είναι!



Να, από ετούτονε να πάρουμε. Βάστα να πάρω μια σακούλα να διαλέξω. Έχει και ωραίες ντομάτες εκεί από πίσω. Πρόσεξε να μην είναι πολύ ώριμες, να στέκονται!



Μόνο εννιά σέκελ; Καλά μας ήρθε, μην μιλάς καθόλου. Κάτσε να πάρουμε και κάνα φρούτο. Και τίποτις μπαχαρικά. Και αποξηραμένα.



Έπρεπε να πάρουμε το καρότσι -στα έλεγα εγώ! Κουβάλα τώρα, να σε χαρώ!



Στο Μαχάνε Γεχούντα, έρχομαι πάντα Τρίτες. Ή Τετάρτες. Διότι μετά το απόγευμα της Πέμπτης, γίνεται ο κακός χαμός. Το λες και χάβρα Ιουδαίων και είσαι σχεδόν στο κυριολεκτικό σου.



Διότι βλέπεις, όσο πλησιάζει το Σάμπαθ, πυκνώνει ο κόσμος και δεν βρίσκεις πάντα αυτά που θέλεις.



Γιατί μου τραβάς το μανίκι; Α ναι, δεν σου είπα πάλι που είμαστε! Μα νομίζω στο ανέφερα πριν λίγο: στο Μαχάνε Γεχούντα. Και πού βρίσκεται το Μαχάνε Γεχούντα, ρωτάς.



Στα Ιεροσόλυμα, αναγνώστα. Κάμποση απόσταση όξω από τα τείχη της παλαιάς πόλης. Αυτή εδώ η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται, στα τέλη του 19ου αιώνα.



Και επειδής βρισκόταν σε προνομιακό σημείο, ανάμεσα στις νέες γειτονιές των Εβραίων κατοίκων, ήρθαν και εγκαταστάσθηκαν κάμποσοι έμποροι. Όχι μόνο Εβραίοι, αλλά και Άραβες.



Αργότερα, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η περιοχή γνώρισε μεγάλη παρακμή και δεν μπορούσες να σταθείς από τη βρώμα. Όμως τη δεκαετία του '30, ήλθαν οι Ιρακινοί Εβραίοι και της έδωκαν νέο ύφος.



Όλα κι όλα, βοήθησαν και οι Άγγλοι: όταν ήσαν εδώ, καθάρισαν και συμμάζεψαν την κατάσταση, διότι τελοσπάντων είχαν και ένα Κοβεν Γκάρντεν στην κουλτούρα τους.



Σήμερα, το Μαχάνε Γεχούντα είναι πιο πολυπολιτισμικό από εκείνους τους καιρούς. Θα ιδείς κάποιους Αιθίοπες και πολύ περισσότερους Άραβες και μερικούς Ινδούς. Άνοιξαν και εστιατόρια. Και καφέ. Μπορείς να κάμεις τη βόλτα σου, να ψωνίσεις το ζαρζαβάτι σου, να πιεις κι ένα τσάι.



Να συναντηθείς με τον Αβραάμ. Να πιάσετε την κουβέντα, να μάθεις τα χαμπέρια της Αδάρας. Που ενώ ήταν κλεισμένο το προξενειό της με τον γιο του Γιδδεών, τον Μεναχέμ πούναι τελοσπάντων καλοβαλμένος και τον έχει τον τρόπο του, τα στήλωσε κάτω και οι κακές γλώσσες λένε ότι γλυκοκοιτάζει τον ρέμπελο μικραδελφό του Ραβίνου, τον Τέβιε. Που στο σημείο αυτό, παύεις να την αποκαλείς Αδάρα και την ελές Γαϊδάρα.



Κρύψου, κρύψου. Δεν θέλω να με δει ο Λαβί. Είναι πολυλογάς και περίεργος, όσο δεν πάει. Και γιατί ψώνισες πιπεριές και τί θα τις κάμεις τις μπάμιες. Και με ποιους ήσουνα προχθές που σε είδανε στην Κερέμ Αβραχάμ, έξω από τη Συναγωγή. Λογαριασμό θα σου δώκουμε, καημένε;



Να και ο Εφραίμ. Πούχει το μπαρμπέρικο στο Μέα Σεαρίμ. Παλιά πήγαινα για το κουρεματάκι μου. Αλλά μαλώσαμε μια μέρα, διότι επέμενε να αφήσω μπουκλάκια και εγώ του ζήταγα να μου τα πάρει με την ψιλή. Χάλια βγήκα από το κουρείο. Και δεν εννοώ ψυχολογικά.



Γιατί φοράνε καπέλα και κυκλοφορούν μαυροφορεμένοι, αναρωτιέσαι. Διότι πρόκειται για ορθόδοξους Εβραίους. Την πλέον θρησκευάμενη κοινότητα του Ισραήλ. Αλλά μην φανταστείς ότι και οι λοιποί, οι πιο προοδευτικοί ας πούμε, κυκλοφορούν με ακάλυπτα κεφάλια. Σπάνια βλέπεις άνθρωπο -ακόμα και νέο- που να μην φοράει το χαρακτηριστικό καπελάκι.



Από εδώ τα ψωνίζουμε. Κι έχουμε μεγάλη ποικιλία, για κάθε σχήμα κεφαλιού και για κάθε γούστο.



Σκούρο καφετί, μαύρο, βερυκοκί ή πλεχτό με πολύχρωμα λαχούρια. Και άνγκρι μπέρντ για τον προχώ πιτσιρικά.



Λοιπόν, λέγε τι πεθύμησες να φας! Ό,τι τραβάει η ψυχούλα σου, πε-μου και θα στο σιάξω.



Στιφάδο; Όπως λέμε λαγός στιφάδο; Ε, χμ, γκούχου γκούχου! Δεν γίνεται. Ατύχησες, πώς το λέμε; Με την καμία! Ιτς νατ πάσιμπολ, μην επιμένεις.



Όχι, δεν είναι ότι δεν ξεύρω να σου τον μαγειρέψω. Είναι που... Πώς να σου το πω απλά να το καταλάβεις; Ο λαγός δεν είναι κοσέρ!



Καλά, από πού σε φέραμε; Δεν ξεύρεις τί είναι "κοσέρ"; Είναι το σύστημα που καθορίζει ποιες τροφές είναι επιτρεπτές και ποιος ο ενδεδειγμένος τρόπος παρασκευής τους. Διαιτητικοί κανόνες αλά Εβραϊκά.



Λοιπόν, έχουμε και λέμε: όλα τα φρούτα και τα ζαρζαβατικά είναι κοσέρ, νο πρόμπλεμ. Αλλά στο κρεατάκι, έχομεν την ιδιορρυθμία μας. Χοιρινό, κουνέλι και αρπακτικά πτηνά, γιοκ. Και από τα λοιπά, τα αιγοπρόβατα, τα βοοειδή και τα κοτόπουλα, δεν τρώμε το πίσω μέρος. Μήτε το λίπος της κοιλιακής χώρας.



Άσε που η σφαγή πρέπει να εκτελεστεί από Ραβίνο -ή έστω ειδικό που νάχει την έγκριση Ραβίνου. Ώστε να ξεύρει ν'ακολουθήσει κατά γράμμα την Τορά.



Μπερδεμένο; Είναι κομματάκι. Αλλά αυτοί είναι κανόνες θεόπαλιοι κι απαραβίαστοι. Και μη διανοηθείς να τους αμφισβητήσεις εδώ, γιατί κούνια που σε κούναγε καημένε μου!



Λοιπόν, κάτσε να πάρουμε και δυοτρία καρβελάκια ψωμί και τελειώνουμε με τα βασικά -λέγε τί άλλο θέλεις, δεν έχουμε και όλη τη μέρα. Να σου πάρω κάτι σε γλυκό;



Σοροπιαστά τρως; Μπακλαβά;



Ή μήπως κάναν χαλβά; Έχουμε μεγάλη ποικιλία από δαύτους.



Με κάμποσες γεύσεις, με διαφορετικά αρώματα.



Και ζαχαρωτά έχουμε μπόλικα. Και καραμέλες. Τις τρώμε αρκετά εδώ. Πάρε ένα σακουλάκι να γιομίσουμε νάχουμε να μασουλάμε στο σπίτι.



Ναι, μου αρέσει πολύ να έρχομαι για ψώνια στο Μαχάνε Γεχούντα. Αφενός γιατί βρίσκεις μεγάλη ποικιλία και συμπαθητικές τιμές. Και αφετέρου γιατί ζεις μία εμπειρία καθημερινότητας.



Μιας κοινωνίας περίεργης, ιδιότυπης και ανακατωμένης. Μίας κοινωνίας που ζει σε μία εναλλακτική πραγματικότητα, ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Ακολουθώντας τους κανόνες που της δίδαξαν οι προηγούμενες γενιές.



Το ήξευρα ότι θα σου αρέσει εδώ. Οι μυρουδιές, τα χρώματα και οι ήχοι της, δημιουργούν μια αίσθηση ευχάριστη. Για τη μύτη, το μάτι και τ'αυτί σου.



Ίσως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να στο πω, αλλά θα το κάμω. Στις 30 Ιουλίου του 1997, ένας Παλαιστίνιος ζωσμένος με εκρηκτικά, εξεράγη μέσα στο Μαχάνε Γεχούντα. Εδώ, στο σημείο που βρισκόμαστε, σκοτώθηκαν δεκαέξι άνθρωποι. Κι άλλοι διακόσιοι περίπου, τραυματίστηκαν.



Έχουμε κι άλλο. Το επόμενο έτος, δύο άλλοι βομβιστές έχασαν τη ζωή τους όταν οι βόμβες τους εξεράγησαν πριν την ώρα τους.



Τελειώσαμε; Όχι. Στις 12 Απριλίου του 2002, μία γυναίκα έφθασε στην είσοδο του Μαχάνε Γεχούντα. Και μπουμ. Επτά νεκροί, εκατό τραυματίες.



Αυτά για να θυμάσαι. Που ακριβώς βρισκόμαστε. Σα να χλώμιασες λιγουλάκι. Μην με τραβάς πάλι από το μανίκι (α, θα το ξηλώσεις πια!): θα φύγουμε, πώς κάμεις έτσι; Καλά που δεν σου ανέφερα τα περί βομβιστών εξαρχής, γιατί ούτε που θα έμπαινες στην αγορά.



Και θα έχανες έτσι κάτι πολύ σημαντικό. Αυτές εδώ τις εικόνες. Αυτόν εδώ τον κόσμο.



Τον κόσμο του Αβραάμ, του Λεβί και του Εφραίμ. Της Ραχήλ και της Άννας.



Πούχουν μάθει πως το κουνέλι και ο λαγός δεν τρώγονται και τα γουρούνια είναι ζώα σιχαμένα. Πως το Σάμπαθ, δεν δουλεύουμε κι είναι όλα κλειστά. Πως οι γάμοι γίνονται από προξενειά και και πως το ψάρι τ'αλευρώνουμε κι ύστερα το ρίχνουμε στο τηγάνι ώσπου να μαυρίσει κι από τις δυο πλευρές.



Και πως η μέρα ξημερώνει και χάνεται, η ζωή αναβλύζει και στερεύει, η ελπίδα φτερουγίζει και υπομένει, γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός. 

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts