Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Το κυριακάτικο ρεπό


Ουρανοξύστες, τεράστιοι λεωφόροι, εξώτικ βλάστηση, πολυκοσμία, οργάνωση και καθαριότητα. Αυτά είναι τα πρώτα που σου κάμουν εντύπωση εδώ, στο κέντρο του Χονγκ Κονγκ. Κι αν έχεις αρχίσει να αναστενάζεις από τώρα, πού να συγκρίνουμε και τα πορτοφόλια μας! Διότι λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω, αλλά τουλάχιστον διπλάσιο, το έχει ο χονγκογκέζος. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του, μη-χειρότερα! (μα τι άλλο έβαλες πάλι με το μυαλό σου;) Πενηντακάτι χιλιάδες δολάρια το χρόνο αυτός (εύκολα!), εικοσικάτι χιλιάδες δολάρια το χρόνο εσύ (δύσκολα!).


Θα μου πεις, τι πας και συγκρίνεις ρε πτηνό; Το αφάν γκατέ με τη μπασκλασαρία! Διότι τελοσπάντων, άλλες οι συνθήκες στο Χονγκ Κονγκ των πολυεθνικών, του νεοφιλελευθερισμού και της ιδιότυπης αγγλοκινέζικης κουλτούρας και άλλες στην Ελλάδα της κρίσης, των μνημονίων και της ιδιότυπης ανατολικοβαλκάνιας μενταλιτέ. Πράγματι, δεν τίθεται θέμα σύγκρισης. Ένα θα σου πω: 8,5% του πληθυσμού εδώ διαθέτει τραπεζικό λογαριασμό ενός εκατομμυρίου και πάνω -κλείσε το στόμα σου, θα μπει καμιά (εξώτικ) μύγα. Σχεδόν ένας στους δέκα που βλέπεις γύρω σου, είναι εκατομμυριούχος.


Αλλά δεν σε έφερα εδώ για επίδειξη πλουτισμού -καλά νάναι οι άνθρωποι, να τα χαίρονται! Σε έφερα για να σου δείξω μία άλλη -λίγο ιδιότυπη- πτυχή αυτής της ευημερίας. Δεν ξεύρω αν το έχεις προσέξει, αλλά τα κτήρια εδώ στο κέντρο της πόλης (στο λεγόμενο "Σέντραλ") συνδέονται με εναέριες πεζογέφυρες. 


Αυτές οι πεζογέφυρες συνθέτουν έναν εναέριο λαβύρινθο με πλήθος διακλαδώσεων και πολλαπλά μπες-βγες σε κτήρια. Επίσης, υπάρχουν σκάλες για να κατέβεις στο επίπεδο του δρόμου, ασανσέρ και πλατφόρμες που σε μεταφέρουν στα έγκατα της γης, στο μετρό (όπου υπάρχει άλλη, υπόγεια διακλάδωση με διαβάσεις και καταστήματα) και βεβαίως άλλα ασανσέρ που σε σκαρφαλώνουν απάνου σε κτήρια με γραφεία, διαμερίσματα, εμπορικά κέντρα, υπηρεσίες, ξενοδοχεία και ό,τι άλλο φανταστείς. Ζαλίστηκες;


Είναι στ'αλήθεια κάπως μπερδεμένο. Αλλά και εξαιρετικά βολικό, όταν το συνηθίσεις! Πολλοί από τους εναέριους διαδρόμους είναι ζούπερ φουτουριστίκ με μέταλλο και κρυφούς φωτισμούς και αεροδυναμικά ανοίγματα, σε σημείο που έχεις την αίσθηση ότι περπατάς σε κάποια φανταστική πολιτεία του μέλλοντος! Άσε που ταιριάζουν ωραιότατα και με την ίνοξ κουζίνα σου. Συνήθως οι διάδρομοι αυτοί είναι γιομάτοι κόσμο που πηγαινοέρχεται με γοργά βήματα και κοιτάζει ουχί μπροστά του, αλλά στο κινητό του ή στο τάμπλετ του (έχουμε γουάι-φάι παντού) -κι αν είσαι ανυποψίαστος, έχεις την αίσθηση ότι θα σε ποδοπατήσουν και προσπαθείς εσύ με τρόμο να κάμεις ζιγκ ζαγκ για να μην πέσουνε απάνου σου.


Εντούτοις τις Κυριακές, συμβαίνει κάτι περίεργο. Πέραν από το νευρικό, διερχόμενο πλήθος, βρίσκεις παρέες γυναικών να κάθονται στρωματσάδα κάτω. Απάνου σε χαρτόκουτα και σε τσίτια. Ξυπόλητες, με τις τσάντες τους αγκαλιά.


Είναι οι Φιλιππινέζες. Το άλλο 10% του πληθυσμού του Χονγκ Κονγκ. Που δουλεύει στα ακριβά απάρτμεντς, που καθαρίζει τα στόρια, που κάμει τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ, που μαγειρεύει για το παιδί, που προσέχει τον παππού.


Είναι οι γυναίκες του μεροκάματου. Είναι η άλλη όψη του νομίσματος. Κι αυτή είναι η μοναδική τους στιγμή ελευθερίας. Η κυριακάτικη έξοδός τους.


Από όλες τις άκρες του Χονγκ Κονγκ, μαζεύονται κάθε Κυριακή, εδώ στο Σέντραλ και σχηματίζουν παρέες και κοινότητες. Η πρώτη τους στάση είναι η Καθολική Εκκλησία. Κι έπειτα έρχονται εδώ. Στις φουτουρίστικ εναέριες διαβάσεις. Και κάθονται ανακούρκουδα. Βγάζουν από τις τσάντες τους ταπεράκια. Με αντόμπο και πανσίτ. Κερνάνε η μία την άλλη κι αρχίζουν όλες μαζί να μασουλάνε. Και να κουτσομπολεύουν.



Και να στέλνουν μηνύματα με τα κινητά. "Κορασόν, είμαι με τα κορίτσια, στη διασταύρωση Πέντερ στριτ με Τσάτερ ρόουντ. Έλα, γιατί αρχίσαμε να τρώμε!"



Κι επειδής εδώ ο καιρός είναι αλλόκοτος και μπορεί να κάμει ζέστη και υγρασία και κρύο και βροχή μαζί, οι Φιλιππινέζες του Χονγκ Κονγκ είναι προετοιμασμένες για όλα τα κλίματα. Έχουν στην τσάντα τους και ζακετούλα, έχουν και ομπρέλα.


Κι αν τελοσπάντων, ανοίξουν οι ουρανοί και δεν παλεύεται το υπέργειο, μαζεύομεν τα μπογαλάκια μας και μεταφερόμαστε στο υπόγειο. Στα έγκατα της υπέρλαμπρης πόλης.


Διότι σιγά μην χάσουμε εμείς το ρεπό μας, επειδής κάμει ο καιρός τα κουτουρού του. Συνεχίζουμε το κουσκούς και το φαγοπότι, σιάχνουμε η μία τα μαλλιά της άλλης, κάμουμε τα πεντικιούρ-μανικιούρ μας, δείχνουμε φωτογραφίες στα κινητά μας.


Κι ύστερα την πέφτουμε και στον ύπνο. Με μαξιλάρι, την τσάντα μας. Ή η μια στον ώμο της άλλης. 


Κάθε Κυριακή, το κέντρο του Χονγκ Κονγκ φιλοξενεί για κάποιες ώρες ένα τεράστιο αστικό πικ νικ. Και οι κομπάρσες της καθημερινότητας, γίνονται για λίγο πρωταγωνίστριες. Βγαίνοντας από την αφάνεια της ρουτίνας τους και καταλαμβάνοντας το χώρο, ανάμεσα στα επιβλητικά περιστύλια, τους αψηλούς ουρανοξύστες, τις πανάκριβες μπουτίκ, τα γυαλιστερά εμπορικά κέντρα και τους μονδέρνους εναέριους διαδρόμους. Λαός και Κολωνάκι.


Και για μια στιγμή, σου υπενθυμίζουν το δικό τους αγώνα επιβίωσης. Όλες μαζί, αλλά και εντελώς μόνες. Μακριά από την οικογένεια, τους φίλους και την πατρίδα τους. Ηρωίδες που με αυταπάρνηση βρέθηκαν σε ένα αλλότριο περιβάλλον, σε ένα ξένο μέρος. Η ανάγκη, βλέπεις. Αχ αυτή η ανάγκη.

Περπατώ ανάμεσα σε αυτές τις γυναίκες. Και σκέφτομαι. Πως κάθε φορά που γκρινιάζω για την καθημερινότητα, κάθε φορά που σιχτιρίζω το πόσο σκληρά εργάζομαι νυχθημερόν, οφείλω να θυμάμαι. Ετούτη την εικόνα. Των μεταναστριών. Εκείνων των ξεριζωμένων ανθρώπων που προσπαθούν με αξιοπρέπεια να επιβιώσουν. Ουχί μόνο στο Χονγκ Κονγκ, αλλά παντού. Που δουλεύουν για να ζήσουν τους όσους άφηκαν πίσω στην πατρίδα. Και που ζουν για ένα ρεπό. 

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Interstellar



Πάντα με ενδιέφερε. Το επέκεινα. Το τεράστιο, αδιάληπτο, σκοτεινό διάστημα. Με τους πλανήτες, τους ήλιους και τους γαλαξίες. Με τις μαύρες τρύπες και τα σύμπαντα. Παιδιώθεν διάβαζα βιβλία για την εξερεύνηση του διαστήματος. Με αστρονάφτες και διαστημόπλοια. Με το Σπούτνικ και τη Λάικα. Με το Σογιούζ και το Βόγιατζερ. Με το Απόλλο και το Τσάλεντζερ. Έβλεπα ταινίες και σειρές. Το Γκαλάκτικα, το Σταρ Τρεκ, τον Πόλεμο των Άστρων. Και ταξίδευα. Με σκάφανδρο, τη φαντασία μου.



Ύστερα πέρασα στον Ισαάκ Ασίμωφ. Και στον Καρλ Σαγκάν. Με εκείνο το έπικ ντοκιμαντέρ του για τον Κόσμο. Που περιλαμβάνει τον κόσμο μου, τον κόσμο σου και άλλους ζίλιον κόσμους. Κι όταν ήμουν δώδεκα ετών, ένα καλοκαίρι ο μπαμπάς μου με πήγε και είδαμε στο σινεμά, την Οδύσσεια του Διαστήματος. Του Κιούμπρικ. Και συνειδητοποίησα την αρμονία. Και την τελειότητα. Σε εκείνο το χορό των αστεριών και των φυσικών δυνάμεων.



Κι ακόμα προσπαθώ. Να παρακολουθώ τις εξελίξεις στην Κοσμολογία. Διαβάζω τα αφιερώματα στα επιστημονικά ένθετα των εφημερίδων, αναζητώ εκλαϊκευμένες αναλύσεις στο ίντερνετ, παρακολουθώ τις συνεντεύξεις του Χώκινγκ, του Σιμόπουλου και βεβαίως του εξαιρετικού κυρίου Νανόπουλου (τεράστιο ρισπέκτ). Και χάνομαι στις υπερχορδές, στα παράλληλα σύμπαντα, στις ένδεκα διαστάσεις, στη σκοτεινή ύλη.


Όπως καταλαβαίνεις, περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία τη νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν. Το Interstellar! Που έχει ως θέμα, ένα συναρπαστικό ταξίδι. Το σημαντικότερο ταξίδι. Του ανθρώπου προς το σύμπαν. Όλων ημών προς το μέλλον μας. Πέρα από τη Γη. Που υπήρξε πολύ μεγάλη για να μας κυοφορήσει και να μας γαλουχήσει, αλλά εντέλει πολύ μικρή για να χωρέσει τις φιλοδοξίες και τα πάθη μας.



Από μία Γη που υποφέρει από τη μόλυνση, το λοιμό και τις ασθένειες, ξεκινά ο πρωταγωνιστής Μάθιου Μακόναχι και η Αν Χάθαγουεϊ, για να αναζητήσει (και να αποικίσει) νέους κόσμους, σε έναν απελπισμένο αγώνα για επιβίωση του είδους. Ωραίο θέμα, αβανταδόρικο. Κάποιοι μίλησαν ήδη για τη νέα Οδύσσεια του Διαστήματος, για το επόμενο κεφάλαιο στην επιστημονική φαντασία που έρχεται να αξιοποιήσει τις τελευταίες επιστημονικές ανακαλύψεις και να κεντήσει στον καμβά τους, ένα ποιητικό διαγαλαξιακό έπος. Και σκέφτηκα πως αν μπορεί κάποιος να τοποθετήσει τον πήχη τόσο ψηλά (ίσαμε το διάστημα), τότε αυτός ο κάποιος είναι ο Νόλαν.


Είναι το Interstellar, η νέα Οδύσσεια; Με την καμία! Αφελές σενάριο, ανόητοι μελοδραματισμοί, σχηματικές ερμηνείες και μία σειρά από εξωφρενικά ευρήματα (όπως η επικοινωνία από το υπερπέραν με την κορούλα του πρωταγωνιστή στο παιδικό της δωμάτιο με σήματα μορς!). Αρκεί να σου πω ότι σε κάποια φάση της ταινίας, η Αν Χαθαγουεϊ -που έτσι κι αλλιώς, δεν σε πείθει ως ζούπερ επιστήμονας- απεφασίζει το μέλλον της ανθρωπότητας, επιλέγοντας ανάμεσα σε τρεις εναλλακτικούς πλανήτες εποικισμού, βάσει της καρδιάς της: στον έναν εξ'αυτών των πλανητών είχε φθάσει με προηγούμενη αποστολή ο καλός της και φυσικά, μπροστά στο φίκι-φίκι, πάει στράφι όλη της η επιστημοσύνη, το ήθος και η στοιχειώδης λογική. Για να μην μιλήσω για τα σχεδόν τραγελαφικά εφέ και το ρομπότ-μανταλάκι.


Παρότι Άγγλος, ο Νόλαν παραδίδει αμαχητί το διαστημικό του έπος στις πιο αστείες συμβάσεις της αμερικανικής μυθοπλασίας: όλα ξεκινούν και τελειώνουν στη σχέση του μικρού κοριτσιού με τον μπαμπάκα της, ο οποίος μπορεί μεν να εγκαταλείπει ελαφρά τη καρδία την οικογένειά του όταν τον καλεί το καθήκον και η ΝΑΣΑ, αλλά όταν βρίσκεται δέκα σύμπαντα μακριά από τη Γη, απεφασίζει να επιστρέψει πάσει θυσία για να σώσει το φάμιλι (κυρίως) και την ανθρωπότητα (δευτερευόντως).


Βγήκα έξαλλος από το σινεμά. Και επιβεβαίωσα πως πενήντα χρόνια μετά την ταινία του Κιούμπρικ, μπορεί να έχουμε σημειώσει απίθανη πρόοδο στην κατανόηση του σύμπαντος, αλλά δυστυχώς ουδεμία πρόοδο στο γύρισμα σκεπτόμενων ταινιών με ουσία και αλληγορικό περιεχόμενο. Γι'αυτό κι εγώ, θα σε γυρίσω πίσω, για να σε πάω μπροστά. Με το τρέιλερ ουχί του Interstellar, αλλά της Οδύσσειας. Γιατί εντέλει ο Κιούμπρικ του 1968, κατάφερε να δει πολύ πιο μακριά στο μέλλον και στο διάστημα, από ό,τι οι σημερινοί κινηματογραφιστές. 

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Τρίνιτι



Όταν ήμουνα μικρός -εκεί κοντά στα δέκα μου- παρακολουθούσα φανατικά μία αμερικάνικη σειρά που λεγόταν "Όλα για το Πτυχίο". Που είχε ως θέμα της, τη φοιτητική ζωή και την προσπάθεια μίας παρέας νεαρών να επιτύχουν σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον υψηλών προδιαγραφών και απαιτήσεων. Και παρότι δεν καταλάβαινα μήτε τα μισά (χελόου, ήμουνα δέκα και την ίδια εποχή, έβλεπα φανατικά και τα Στρουμφάκια), άρχισε να σχηματοποιείται μέσα μου, το όνειρο: του Πανεπιστημίου.



Που το φανταζόμουν, έτσι ακριβώς όπως το έβλεπα στην τηλεόραση. Με επιβλητικά κτήρια που διαθέτουν μεγάλες, μνημειώδεις σκάλες και προσόψεις. Με τεράστια αμφιθέατρα με ξύλινα έδρανα. Με βιβλιοθήκες και αίθουσες μελέτης. Με φροντισμένους βοηθητικούς χώρους: εστιατόρια, κοιτώνες, πάρκα και γήπεδα για αθλοπαιδιές.



Και κυρίως: με σεβάσμιους, χαρισματικούς καθηγητές και ενθουσιώδεις, φιλόδοξους φοιτητές, διψασμένους για γνώση. Για μάθηση, για προσωπική ανάπτυξη, για αυτοπραγμάτωση.



Βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο. Σε ένα από τα αρχαιότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης και ένα από τα καλύτερα του κόσμου. Βρισκόμαστε στην Ιρλανδία. Στο Δουβλίνο. Αναγνώστα, καλωσήρθες στο Τρίνιτι.



Έχω περάσει κάμποσα χρόνια στο Πανεπιστήμιο. Και υπό πολλές ιδιότητες. Η πρώτη φορά που διάβηκα τις πύλες του, ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα. Δεκαοχτώ χρονών ήμουν και εντελώς ενθουσιασμένος που άφηνα ξωπίσω μου την οικτρή εμπειρία του σχολείου και των Πανελληνίων.



Φορτωμένος με τα όνειρα και τις αισιοδοξίες μου, με την ειλικρινή διάθεσή μου να μάθω και να πάω παρακάτω, με τον ενθουσιασμό μου ν'ανακαλύψω τα όσα βρίσκονται πέρα από τον κόσμο της αποστήθισης και του φροντιστηριακού ιδρυματισμού, βρέθηκα τότες στη Σόλωνος 57. Στο κέντρο ουχί του Δουβλίνου, αλλά της Αθήνας. Στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο αρχαιότερο Πανεπιστήμιο της Ελλάδας. Για να κάμω την εγγραφή μου.



Σοκ και δέος. Αυτή ήταν η πρώτη μου εικόνα. Η είσοδος του κτηρίου, βρώμικη και άθλια, γιομάτη γκράφιτι, συνθήματα, στραβοσκισμμένες αφίσες πούχαν κολληθεί η μία απάνου στην άλλη και είχαν δημιουργήσει μία αποκρουστική ταπετσαρία από χαρτοπολτό. Και διαφημίσεις. Από κλαμπς, καφετέριες, γραφεία που αναλαμβάνανε να σου γράψουν τις εργασίες, τυροπιτάδικα, φωτοτυπάδικα, ως και στριπτιτζάδικα μη-χειρότερα.



Πέρασα τη θλιβερή πόρτα και εισήλθα σε μια μεγάλη, αποκρουστική αίθουσα. Που έμοιαζε με βομβαρδισμένη περιοχή. Κάπως έτσι νόμιζα τότες πως ήταν οι εμπόλεμες ζώνες: η Βηρυτός, η Χεβρώνα, το Σεράγεβο, το σπίτι της θείας μου της Κίτσας όταν ανακάλυψε ότι ο άντρας της, ο θείος Μανωλάκης, την εκεράτωνε με την αισθητικό της (κατόπιν αυτού, άλλαξαν οι ρόλοι και έκαμε η Κίτσα αποτρίχωση στην αισθητικό).



Σε κάτι κακομοιριασμένα θρανιάκια ήταν χυμένοι διάφοροι νεολαίοι με κομματικές κονκάρδες. Μία εξ αυτών με πλησίασε (ΔΑΠ, ΠΑΣΠ, ΚΝΕ, Πανσπουδαστική, μήτε που θυμάμαι τί ακριβώς ήταν -έχει αλήθεια σημασία;), με ρώτηξε αν ήμουν πρωτοετής (γουάου, ήμουν πρωτοετής!) και μου έδωκε ένα φυλλάδιο με διάφορα τιπς.



Από το οποίο έμαθα ότι η εγγραφή μου μπορούσε να γίνει μόνο Τρίτες, Τετάρτες και Πέμπτες, 11 με 1, διότι μόνο τότες δεχόταν η Γραμματεία τους φοιτητές (τις υπόλοιπες μέρες δεν ευκαιρούσε). Και ότι αν γραφόμουν μέλος, θα είχα πρόσβαση σε φοβερές διευκολύνσεις και προσφορές, όπως δωρεάν ποτό σε ένα σκασμό μπαρς, δωρεάν θέματα προηγούμενων εξετάσεων και φοβερές εκπτώσεις σε φοβερά τριήμερα με φοβερή παρέα στη φοβερή Μύκονο. Και πράγματι, είχα αρχίσει να φοβάμαι.



Ναι, καλά το παρατήρησες. Πολλά από τα μπίλντινγκς στο Τρίνιτι φέρουν επιγραφές στα ελληνικά. Και τελοσπάντων, ακόμα και αρχιτεκτονικά, στην Ελλάδα παραπέμπουν. Κολώνες, κιονόκρανα, αετώματα. Έλα από εδώ, θέλω να σου δείξω κάτι που νομίζω θα σου αρέσει πολύ -αποτελεί άλλωστε ένα από τα κορυφαία αξιοθέατα του Δουβλίνου. Και είναι πράγματι ζούπερ εντυπωσιακό.



Βουαλά! Αυτή εδώ είναι η περίφημη βιβλιοθήκη του Τρίνιτι. Η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στην Ιρλανδία, καθώς περιλαμβάνει περισσότερους από 200.000 τόμους και (κρατήσου!) 4,5 εκατομμύρια χειρόγραφα -κάποια εξ αυτών, τρομερά σπάνια!



Δεν είναι τυχαίο που κατατάσσεται ανάμεσα στις ομορφότερες και σημαντικότερες βιβλιοθήκες του κόσμου. Ξύλινες προθήκες, υποδειγματική τοποθέτηση των βιβλίων, σκάλες με ροδάκια για να ανεβαίνει κανείς στα αψηλά ράφια -η ηδονή του κάθε βιβλιολάτρη.



Αριστερά και δεξιά, κατά μήκος του κεντρικού διαδρόμου, συναντάς μία σειρά από προτομές. Σημαντικών μορφών της παγκόσμιας σκέψης. Πάνθεον το λέμε!



Εννοείται πως εδώ ξεκινάς από τον Όμηρο. Της Οδύσσειας και της Ιλιάδας. Που αν το καλοσκεφτείς, είναι από τα υψηλότερου επιπέδου δημιουργήματα της ανθρώπινης διανόησης.



Και παρακάτω βρίσκεις και άλλους. Τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Και βεβαίως, τον Αριστοτέλη.



Σχεδόν ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στην άλλη άκρη της Ευρώπης, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη γη που γέννησε τις σπουδαίες ιδέες, που θεμελίωσε τη λογική, που διαμόρφωσε την ηθική και τη φιλοσοφία. Κι όμως, σε ένα χώρο σαν κι αυτό, νιώθεις εξαιρετικά κοντά. Γιατί βρίσκεσαι σε ένα ναό της γνώσης, σε ένα περιβάλλον πολιτισμού και καλαισθησίας, σε ένα μέρος που απευθύνεται στο πνεύμα και αποθεώνει τη μάθηση.



Όχι, εδώ δεν έχουμε κομματικές νεολαίες, μήτε είχαμε ποτές καταλήψεις. Οι αίθουσες διδασκαλίας είναι καθαρές και ευπρεπισμένες. Και κανείς δεν διανοείται να καπνίσει ή να κολλήσει αφίσες ή να σπάσει την καρέκλα ή να γράψει στον τοίχο ή τελοσπάντων να ασχημονίσει κατά ουδένα τρόπο.



Επίσης, εδώ δεν χτίζουμε τους καθηγητές στα γραφεία τους, δεν μπαίνουμε στην Πρυτανεία φωνασκώντας και διεκδικώντας να συμμετέχουμε στη διοίκηση του Πανεπιστημίου, δεν διανοούμαστε να χάνουμε διαλέξεις, δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό μας η φράση "αιώνιος φοιτητής".



Και όχι, οι καθηγητές μας δεν εκλέγονται βάσει του ποιον έχουν μπατζανάκη, σε ποιο κόμμα ανήκουν και δεν καταλαμβάνουν έδρες κατόπιν μίας μακράς περιόδου γλειψίματος και διαπλοκής. Αλλά κρίνονται αποκλειστικά βάσει του ερευνητικού τους έργου.



Και όχι, το Τρίνιτι δεν κλείνει από φόβο επεισοδίων, όταν γιορτάζουμε κάποια επέτειο, τύπου αποκατάσταση της δημοκρατίας ή αντίσταση έναντι εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών. Ειλικρινά, όλα αυτά που μου λες, μου φαίνονται κινέζικα εδώ. Ή μήπως ελληνικά;



Είπαμε, η Ελλάδα βρίσκεται μερικά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Παρότι θα βρεις κάμποσες αναφορές σε εκείνη, σαν φυλλομετρήσεις κάποιους από τους τόμους της βιβλιοθήκης του Τρίνιτι.



Μόνο που η εικόνα που θα σχηματίσεις για την Ελλάδα, μέσα από τα διαβάσματα και τις ιστορικές της αναφορές, φοβούμαι πως δεν ανταποκρίνεται διόλου στη σύγχρονη πραγματικότητά της. Και δεν ξεύρω για σένα, αλλά προσωπικά ετούτο το κοντράστ ανάμεσα στις εικόνες που βλέπω εδώ στο Τρίνιτι και τις εμπειρίες μου στα ελληνικά Πανεπιστήμια, με καταθλίβει και με πληγώνει. Δεν έχω πια όρεξη να συμμετέχω σε εορτασμούς του Πολυτεχνείου. Δεν μειώνω τη σημασία της αντίστασης στη χούντα. Απλώς θυμάμαι, πριν μερικά χρόνια, τα μαθήματα που έκανα εκεί. Σε μία αίθουσα ημι-κατεστραμμένη από τους καταληψίες. Που όταν τελείωνε η διάλεξη, αργά το βράδυ, αναγκαζόμασταν να φύγουμε όλοι μαζί για λόγους ασφαλείας. Γιατί πρέπει νάσαι τρελός για να μείνεις μόνος σου όταν πέσει το σκοτάδι εντός του χώρου του Πολυτεχνείου. Και ακόμα πιο τρελός για να βγεις από την έξοδο της Τοσίτσα και να διασχίσεις την περιοχή των ναρκομανών για να βγεις στην Πατησίων να πάρεις το λεωφορείο.



Κάποτες λέγαμε ότι όταν εμείς οι Έλληνες χτίζαμε Παρθενώνες, οι δυτικοευρωπαίοι ήσαν ανεβασμένοι στα δέντρα. Και γελάγαμε. Σήμερα, παρακολουθώντας εντός και εκτός του ελληνικού Πανεπιστημίου, την κατάντια του, θα μου επιτρέψεις να πω πως οι Έλληνες είναι ανεβασμένοι στα δέντρα. Κι αντίς για διαλεκτική, εγώ ακούω γρυλίσματα. Άναρθρα, πρωτόγονα και τρομαχτικά γρυλίσματα.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Γκιουλ Μπαχάρ



Η Σαφιγιέ είχε πάρει μαθήματα εξουσίας από την γκραντ μάστερ: την πεθερά της, Νουρμπανού. Κι όταν πέθανε ο αντρούλης της, ο Σουλτάνος Μουράτ ο Τρίτος -ζωή σε λόγου μας- ανέλαβε ως Βαλιντέ Σουλτάν (Βασιλομήτωρ ντε!) να καθοδηγήσει το γιόκα της, τον Μεχμέτ που ανέλαβε την εξουσία.



Ένα από τα πρώτα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο τζιέρης της ο Μεχμέτ, ήταν οι Εβραίοι έμποροι. Πούχαν εγκατασταθεί στο Εμίνονου -να, εδώ που βρισκόμαστε, στην άκρη του Κεράτιου- και είχαν γίνει κράτος εν κράτει. Και ουσιαστικά διαφεντεύανε το λιμάνι. Ο γερό-Λαδάς στο ανεξέλεγκτό του.



Εξού και η Σαφιγιέ Βαλιντέ Σουλτάν απεφάσισε να επέμβει χωροταξικώς. Θα δήμευε τις περιουσίες των Εβραίων με πρόσχημα την κατασκευή ενός τεράστιου τζαμιού απάνου στο λιμάνι και θα εμπέδωνε την ισλαμική επιρροή.



Το μπίλντινγκ ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Νταβούτ Αγά (δεν ευκαιρούσε ο Καλιατράβα) και τα πρώτα μπετά πέσανε το 1597, με γκραντιόζα τελετή και τη Σαφιγιέ Βαλιντέ Σουλτάν με κάσκα να κόβει την κορδέλα (δεν ευκαιρούσε ο Αβραμόπουλος).  Εντούτοις, το πρότζεκτ δεν ευτύχησε να ευοδωθεί: ο αρχιτέκτονας Νταβούτ Αγά πέθανε το 1599, οι γενίτσαροι διαμαρτύρονταν για το υπέρογκο μπάτζετ της κατασκευής, ενώ το 1603 πέθανε και ο γιόκας της, ο Μεχμέτ. Πολύ κακό φενγκ σούι. 



Η δύστυχη Σαφιγιέ Βαλιντέ Σουλτάν υποβιβάστηκε στο χαρέμι και όπως καταλαβαίνεις, το τζαμί έμεινε για δεκαετίες γιαπί -το βλέπαμε που στεκόταν ωσάν το φάντασμα και σπάραζε η καρδούλα μας! Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, το 1660 κατά τη διάρκεια της μεγάλης πυρκαγιάς της Κωνσταντινούπολης, τυλίχτηκε στις φλόγες και έγινε φλαμπέ. Δηλαδής, εξαιρετικά κακό φενγκ σούι.



Τότες ήταν Σουλτάνος ο Μεχμέτ ο Τέταρτος. Και η μανούλα του (διότι όπως θα το έχεις καταλάβει, οι σουλτάνοι ήταν φανατικοί μαμάκηδες!), η Τουρχάν Χατιτζέ Σουλτάν, είπε να ξορκίσει όλη αυτή την κακοδαιμονία και να αποπερατώσει το κτήριο. Πράγματι, προς το τέλος του 1660, επανεκκινούν οι εργασίες και μέσα στην επόμενη τριετία ολοκληρώνεται ένα από τα πιο εμβληματικά, αυτοκρατορικά τζαμιά της Πόλης. Που το είπαμε Γενί Τζαμί. Δηλαδής νέο τζαμί. 



Βγάλε τα παπούτσια σου και έλα να μπούμε μέσα, είναι ζούπερ εντυπωσιακό.



Διαθέτει και ωραιότατο τρούλο με διακοσμητικά στοιχεία, ήλιους, λουλουδάκια, γιρλάντες.

Μπαίνω συχνά σε ετούτο το τζαμί. Και νομίζω το συμπαθώ περισσότερο από κάθε άλλο. Ίσως γιατί χτίστηκε ύστερα από προτροπή μαμάδων. Των Βαλιντέ Σουλτάν! Που για μία περίοδο έπαιζαν αποφασιστικής σημασίας ρόλο στη διακυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε ένα κεφάλαιο της ιστορίας πούχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και σε κάμει να αντιληφθείς διαφορετικά τα πράγματα: διότι από τους Οθωμανούς, πολλά μπορεί να περίμενες, αλλά ότι θα υπήρξανε επί σειρά πολλών ετών, μητριαρχική αυτοκρατορία, δύσκολα το φανταζόσουν.



Κι αν αναρωτιέσαι γιατί είναι ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα αυτά τα αγοράκια, η απάντηση είναι σουνέτ! Που σημαίνει περιτομή. Διότι ναι, υπάρχει και εδώ αυτή η συνήθεια και συνοδεύεται από αυτή την κάπως ιδιότυπη στολή (του Αγά, την ελέμε), την οποία φοράνε τα κάπως ταλαιπωρημένα από τη διαδικασία, νήπια. Παλιά το σουνέτ γινόταν στο σπίτι με τον Χότζα και δεν θες να ξεύρεις τον τρόπο. Σήμερις έχουμε εκσυγχρονίσει λίγο τις μεθόδους και παίζει αναισθητικό σπρέι. Θενκ Γκαντ. Ή έστω, θενκ Αλλάχ.



Ένιγουεϊ, δεν σε έφερα ως εδώ για θρησκευτικό τουρισμό. Ραντεβού έχουμε.



Με την Αϊσέ και τη Χαμέ. Να πάμε όλοι μαζί για ψώνια. Έχω ξεμείνει από κάρδαμο. Και η κανέλλα, σε λίγο θα μου σωθεί. Και έχω σημειώσει να πάρω και κάνα τσάγι. Όχι το λίπτον μη-χειρότερα, αλλά κατιτίς πιο εξευγενισμένο και εξώτικ. 



Μήτε στον Σκλαβενίτη, μήτε στον Βασιλόπουλο. Εγώ τα βοτάνια μου και τα μπαχαρικά μου, τα ψωνίζω αποκλειστικώς από το Μισίρ Τσαρσί.


Θυμάσαι την Τουρχάν Χατιτζέ Σουλτάν; Τη μαμά νούμερο δύο που αποπεράτωσε το Γενί Τζαμί; Ε λοιπόν, επειδής ήταν της υπερβολής και της εξτραβαγκάντσας, σκέφτηκε ότι ένα σκέτο τζαμί δεν είναι τελοσπάντων αρκετό από μόνο του. Εξού και το πλαισίωσε από ένα εκτεταμένο κόμπλεξ από διάφορα άλλα κτήρια. Νοσοκομείο, πανδοχείο, μαγαζιά, πτωχοκομείο, μεντρεσέ.



Και ετούτη την καταπληκτική κλειστή αγορά. Που τη λέμε Μισίρ Τσαρσί. Δηλαδής "αιγυπτιακή αγορά", για εσένα που δεν το μιλάς το τούρκικο. Και εξειδικευόταν ανέκαθεν στα μπαχαρικά και τα βοτάνια!



Τώρα θα με ρωτήξεις γιατί "αιγυπτιακή". Μα διότι όλα αυτά τα μπαχάρια έφταναν εδώ στην Κωνσταντινούπολη, μέσω Αιγύπτου. Και προσέθεσαν στην τούρκικη (και την πολίτικη βεβαίως) κουζίνα, αυτές τις πλούσιες γεύσεις που εμένα προσωπικά με ξετρελαίνουν.



Στάσου να πάρω λίγο κάρι -τα τρως τα καυτέρα ή θες να προτιμήσουμε το πιο μάιλντ; Ο κουρκουμάς, σου αρέσει; Εγώ τον βάζω στο κοτόπουλο, αλλά είναι τόσο νόστιμος που μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις και σε άλλα φαγιά, δεν θα σου θυμώσω.



Άχου, καλά που μου το θύμισες: πάπρικα να πάρουμε. Και κανένα τσάγι. Τώρα που ψυχραίνει ο καιρός, μου αρέσει το απογευματάκι να ετοιμάζω μία ζεστή κούπα με δυοτρία κουλουράκια για συνοδεία.



Αλλά θέλω κάτι στο πιο αρωματικό και ιδιαίτερο. Να σαν εκείνο, πάνω δεξιά που μοιάζει με σύκο. Είναι τζάζμιν-τι. Το βάζεις σε καυτό νερό, το μπαλάκι ανοίγει και ως εκ θαύματος, βγαίνει από μέσα του ο ανθός. Μεταξύ μας, είναι πιο εντυπωσιακό να το βλέπεις, παρά να το πίνεις. Αλλά μπορείς να εντυπωσιάσεις το παρεάκι.



Πάρε εισπνοές και φχαριστήσου! Το μέρος μοσχοβολάει γεύσεις. Και εικόνες. Η ποικιλία είναι πράγματι εντυπωσιακή. Αν αγαπάς το μαγείρεμα, αν είσαι κεμπάρης και καραμπουζουκλής ή αν είσαι η Μαρία Εκμεκτσίογλου, εδώ βρίσκεις τη χαρά σου.



Εννοείται ότι το μέρος πλέον είναι κάργα τουριστίκ και δυστυχώς έχει απολέσει κομμάτι της ταυτότητάς του. Τα τελευταία χρόνια λοιπόν, έχουν προστεθεί και άλλα είδη καταστημάτων -εντελώς εστιασμένα στον ξελιγωμένο τουρίστα ή στο γκρουπ Ελλήνων που μετά την επίσκεψη στην Αγιά Σοφιά και το Πατριαρχείο, ξεχύνεται με αλαλαγμούς στις αγορές.



Πλέον διαθέτομεν και λουκουμάκια. Και ζαχαρωτά. Και παστουρμάδες. Και μέλι. Και αλίπαστα. Και καφέδες.


Και τυριά. Και λογής λογής γλυκά, για την δύσκολη την ώρα της υπογλυκαιμίας.


Ε ναι και μπακλαβάδες! Και άπειρα σιροπιαστά. Που δεν ξεύρω για σένανε, αλλά εγώ δηλώνω εντελώς εθισμένος. Ιδίως σε εκείνα πούναι παραγισμένα με φιστίκ! Νομίζω ότι μπορώ να τρώγω ταψιά ολάκερα, χωρίς να φθάνω ποτές στην αίσθηση του κουρεσμού -δεν μπορεί, οργανικό θάναι!



Πάντως αν είσαι μαρκετίαρ, πέφτεις κάτω και αποδίδεις τα ρισπέκτ σου στις ικανότητες προώθησης και πώλησης των τοπικών εμπόρων. Πρώτον, όλα είναι τοποθετημένα σε τακτοποιημένα βουναλάκια, με τρόπο που σε προκαλούν να τ'αγοράσεις.



Δεύτερον, η ποικιλία και η ποσότητα, σε συνδυασμό με τις μυρουδιές και τ'αρώματα, δημιουργούν μία εντελώς ακαταμάχητη εμπειρία που έρχεσαι και μακαρίζεις την Τουρχάν Χατιτζέ Σουλτάν πούχε την έμπνευση να σιάξει ετούτο το μέρος.


Και τρίτον, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις την εμπορική οξυδέρκεια σε κάτι ταμπέλες σαν και δαύτη. Που απευθύνεται στα γκρουπ που λέγαμε πριν!


Διότι ναι, εξυπηρετούμε και στην ελληνική γλώσσα. Που σημαίνει ότι μπορείς να συνεννοηθείς ακόμα και εσύ, η γιαγιά από τας Σέρρας που ήρθες τετραήμερη εκδρομή στην Πόλη για προσκήνυμα. Θα σε αρχίσουμε στο "αγόρασε γιαγιά λουκούμ" και στο "πάρε ζεβζέκα, παστουρμά", θα σε στουμπώσουμε στο μπακλαβαδάκι και θα επιστρέψεις στην πατρίδα ευτυχισμένη και με δέκα σακούλες προμήθειες νάχεις να ξεχειμωνιάσεις.


Κάπου εδώ λοιπόν, ανάμεσα στα μπαχάρ και τα λουκούμ, μπορείς να ιδείς μιαν ακόμα όψη της τουρκικής ταυτότητας. Πούναι ανακατεμένη με στοιχεία μουλτιέθνικ. Ελληνικά, Βαλκανικά και Ανατολίτικα. Πούχει ξωπίσω της μία παράδοση αιώνων. Που μαρτυρά τη σημασία αυτού εδώ του μέρους. Για τις διαδρομές. Των ανθρώπων, των θρησκειών και των γεύσεων.


Και μπορείς να παρακολουθήσεις ζωντανά μπροστά στα μάτια σου, τη συναρπαστική και πικάντικη αφήγηση. Που σμίγει το οριεντάλ με κάτι εντελώς δικό σου. Και με έναν τρόπο εντέλει σε αφορά και σε προσδιορίζει. Γιατί μεταξύ άλλων, την απολαμβάνεις στο πιάτο σου.

Μαρίκα μου, η σειρά σου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts