Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Atena Augusta Grotesca (Δεύτερο Μέρος)



Αχ, η Αθήνα τον Αύγουστο. Αν είσαι ευαίσθητη ψυχή, μπορείς και να την ελατρέψεις. Μία πόλη άδεια, ήσυχη, ειδυλλιακή. Αν είσαι όμως τζαναμπέτης, μπορείς και να την εμισήσεις. Μία πόλη βρώμικη, αφημένη, θερμόπληκτη. Το πτηνό περπατάει στους δρόμους του κέντρου και φωτογραφίζει την αυγουστιάτικη Αθήνα του 2015. Μία Αθήνα γυμνή από κίνηση και κόσμο. Μία Αθήνα αστεία και καταθλιπτική. Μία Αθήνα γκροτέσκα. Πρώτη μου στάση, Πατησίων και Στουρνάρα γωνία. Μέχρι τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, ετούτο το μέρος έσφιζε από ζωή. Καταστήματα τεχνολογίας, βιβλιοπωλεία, καφέ, περίφτερα, φοιτητές, γκούντις, λελούδια, κάστανα. Πάνε εκείνες οι εποχές, αναγνώστα. Τώρα κατεβασμένα ρολά και λυσσαλέο μίσος.



Εκεί παραδίπλα, το πολύπαθο Πολυτεχνείο. Που κι αν έχει δοκιμάσει πίκρες κι απογοητεύσεις. Αντίς για μνημείο της Δημοκρατίας, αντίς για χώρος ανοιχτός στον κόσμο και στις ιδέες, κατήντησε νάναι μνημείο της καφρίλας και της εγκατάλειψης. Για χρόνια, είχαμε συνηθίσει να στηνόμαστε κάθε Νοέμβρη στα δελτία των οκτώ για να το δούμε φλαμπέ. Με τα δακρυγόνα του, τους καμένους κάδους του, τους γραμμένους τοίχους του, το πλιάτσικο στα εργαστήρια. Όχι πες, σε ποια άλλη πρωτεύουσα του δυτικού κόσμου, μπορείς να απολαμβάνεις βρε, τόσα νταβαντούρια;



Φοβούμαι πως καθόλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, όλοι αυτοί που καμώνονται τους επαναστάτες, δεν κατάλαβαν απολύτως τίποτα. Ούτε από τη δημοκρατία (την οποία πολλοί εξ αυτών ανοιχτά εχθρεύονται), ούτε από την ιστορία. Κι έχει το κράτος εγκαταλείψει το Πολυτεχνείο και μαζί μ'αυτό ολάκερα τα Εξάρχεια, σε μία απερίγραπτη αστική παρακμή. Με τους χρήστες ναρκωτικών να βολοδέρνουν σαν νεκροζώντανοι από την Τοσίτσα μέχρι την Πλατεία Εξαρχείων. Αβοήθητοι και καταδικασμένοι.



Και μαζί τους, οι όσοι κατοικούν εδώ. Εγκλωβισμένοι σε ένα άναρχο περιβάλλον. Που παραληρεί με διαταραγμένα συνθήματα και επιθετικές συμπεριφορές. Που αντιτίθεται σε όλα εκείνα που πηγαίνουνε τον κόσμο μπροστά. Όπως η εργασία, η επιχειρηματικότητα, η συνεργασία, ο σεβασμός, η πρόοδος. Φωτιά στο σύστημα, μπουρλότο στην κοινωνία. Στάχτη και μπούλμπερη! Κάποιοι εξ αυτών, οι πιο ιδεολόγοι, ορκίζονται ότι η επανάσταση είναι εδώ και δηλώνουν βέβαιοι ότι ο διεθνής ξεσηκωμός και η ανατροπή (γενικώς) έρχεται τώρα, αύριο-μεθαύριο. Μάλιστα, επικαλούνται διεθνείς εξελίξεις που κατά τη γνώμη τους αποδεικνύουν τη χρεωκοπία του συστήματος και σηματοδοτούν την απαρχή μίας νέας εποχής. Πόσο λυπάμαι που δεν μπορούν να δουν λίγο πιο έξω από το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι τους, να ταξιδέψουν και να αντιληφθούν πόσο μόνοι και περιθωριακοί είναι. Σε έναν κόσμο που προχωρά σε άλλες κατευθύνσεις, χωρίς να τους δίνει την παραμικρή σημασία. Και πόσο αδιέξοδο και μη παραγωγικό είναι το μίσος τους. Που τους διαφθείρει και φθάνουν να θρέφονται απ'αυτό.



Στις παρυφές αυτού του κόσμου και έκφραση μίας άλλης (ή και ίδιας) κοινωνικής οργής, οι γκραφιτάδες. Πριν κάποιους μήνες, οι εφημερίδες και τα κανάλια είχαν διαπιστώσει με τρόμο, πως μία πλευρά του ιστορικού κτηρίου του Πολυτεχνείου είχε βαφτεί με ασπρόμαυρες κηλίδες. Μετά από κάμποσες διαφωνίες των όσων θεωρούσαν το θέαμα ως αποτρόπαια μουντζούρα και των όσων το θεωρούσαν έργο τέχνης με αναφορές στον Πόλοκ και στο τεστ Ρόρσαχ μη-χειρότερα, απεφασίσθηκε να καλέσουμε τον μπογιατζή και να επανέλθει το κτήριο στο φυσικό του χρώμα, που πάει και με τα μάτια του. Αλλά επειδής, σε αυτήν την πόλη, πρώτα σου βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι, οι ασπρόμαυρες κηλίδες επανεμφανίστηκαν λίγο πιο κάτω, σε κτήριο επί της Πατησίων στα Χαφτεία. Μην τυχόν και το χάσουμε, τέτοιο μάστερπις!



Παραδίπλα, στέκει ένα ογκώδες φάντασμα. Τυλιγμένο με λινάτσες και μνήμες των λιγάκι πιο παλιών. Αυτό είναι το Μινιόν, το μεγαλύτερο μεγάλο κατάστημα. Ή μάλλον ήταν. Διότι σήμερα έχει απομείνει μόνο ο σκελετός του κτηρίου. Αν έχεις υπάρξει νήπιο μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 80, δεν μπορεί να μην θυμάσαι τα Χριστούγεννα στο Μινιόν. Όπου άνοιγε ο πάνω όροφος με σίζοναλ διακόσμηση, κρίστμας τρις, τη Χιονάτη, τη Σταχτοπούτα, τα Στρουμφάκια, τη Ζανέτ Καπούγια, τον Μάικ Λαμάρ. Σου μιλώ για το απόλυτο χάπενινγκ του κέντρου της πόλης. Κόσμος να μπαινοβγαίνει με σακούλες, επισκέπτες από το τρεχαγύρευε που έρχονταν στην Αθήνα αποκλειστικά για να ψωνίσουν στο Μινιόν. Τώρα το σόπινγκ έχει εκτοπιστεί προς τα μολς των προαστίων ή και ακόμα παραπέρα.



Και τα μαγαζιά του κέντρου της πόλης έχουν ρημάξει ή υπολειτουργούν. Εμπορικές οδοί όπως η Σταδίου ή η Πατησίων, έχουν χάσει ολωσδιόλου την παλιά τους αίγλη και τα κλειστά καταστήματα είναι πλέον ο κανόνας.



Και το μόνο που φαίνεται να επιβιώνει είναι το φαγί. Σουβλατζίδικα, φούρνοι, ντελικατέσεν, νιου-έιτζ χαμπουργκεράδικα. Που ξεπετιούνται από παντού. Και προσπαθούν να σε δελεάσουν με τους πιο απίθανους τρόπους. Όπως η βέρι πρόμισινγκ κυρία της φωτογραφίας. Διότι πες την αλήθεια, δεν είναι εντελώς τέμπτινγκ το τσάμπα χωριάτικο ψωμί με κάθε καλαμάκι;



Και μπορεί η κυρία να κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις, αλλά μονάχα ο πολύ υποψιασμένος περαστικός υψώνει το βλέμμα του μερικούς πόντους παραπάνω για να διαβάσει την επιγραφή που υπενθυμίζει. Πως εδώ, στη συμβολή των οδών Πατησίων και Γλάδστον, βρισκόταν το αρχηγείο της ναζιστικής Ε.Σ.Π.Ο. το οποίο και ανατίναξαν αντιστασιακοί. Ψιλά γράμματα, θα πεις. Σε μία πόλη (και μία χώρα) που ουδέποτε ασχολήθηκε σοβαρά με τη διαφύλαξη της ιστορικής της μνήμης. Χελόου, εδώ μιλάμε για δωρεάν χωριάτικο ψωμί κι εσύ μου τσαμπουνάς λεπτομέρειες από το κατοχικό παρελθόν. Θα σε πούμε ρετρό, μπανάλ και βέρι μπόρινγκ (καθώς θα μασουλάμε τα σουβλάκια μας).



Δεν μας ενδιαφέρει, ρε φίλε! Άσε μας στα σουβλάκια μας και στην παρακμή μας. Σε αυτήν την πόλη, που επιτρέπει στο καρακέντρο της, στο πιο υπέρλαμπρο νεοκλασικό της σημείο, να γίνεται συνεχώς χρήση και διακίνηση ναρκωτικών και βεβήλωση ακόμα κι αυτής της ελάχιστης μνημειακής παρακαταθήκης που άφησαν οι προηγούμενες γενιές.



Εθνική Βιβλιοθήκη, μερικά μόλις μέτρα δίπλα από τις χαρακτηριστικές καμπυλωτές της σκάλες, οι καταραμένοι αυτής της πόλης συνεχίζουν να τρυπιούνται και να αργοπεθαίνουν.



Καμιά φορά, τα περιγράφω και με λένε γκρινιάρη. "Πώς κάμεις έτσι, ρε πτηνέ; Εμείς την αγαπάμε την Αθήνα μας πούναι ζούπερ γουάου πόλη!" Τα θέλει ο τέτοιος σου, αναγνώστα! Δεν το σκόπευα, αλλά θα σε σύρω και στο γύρω-γύρω όλοι της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Έτσι για να πιάσουμε ένα τυχαίο μπίλντινγκ, τώρα που το ξεκινήσαμε. Στην δεξιά της πλευρά, έχουμε ένα ωραιότατο πάτσγουορκ από συνθήματα. Πάρε κι εσύ ένα μαρκαδόρο, ένα σπρέι, μία κηρομπογιά βρε αδελφέ κι έλα να μας γράψεις ό,τι κατεβάσει η κούτρα σου -βέρι γουάου!



Και στην από πίσω της όψη, ένας χορταριασμένος κήπος που βρωμάει δημόσια τουαλέτα, σκουπίδια παντού και άνετο πάρκινγκ για τον υπάλληλο (;) που σιγά και μην πλήρωνε κάπου αλλού για να αφήσει το τουτού του. Ναι, όλα αυτά στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Σε ένα από τα κτήρια της περίφημης Τριλογίας. Δεν θες να πιάσω τα υπόλοιπα.



Αφημένοι δρόμοι, αφημένα κτήρια, αφημένες ζωές. Χωρίς καμία κρατική παρέμβαση ή μέριμνα. Χωρίς κανένα σχέδιο ν'αλλάξει η κατάσταση ή να βελτιωθεί η εικόνα. Τί να σου κάμει και ο Μπομπ ο μάστορας;



Αυτή είναι η Πλατεία Ομονοίας. Αποτυχημένη σε όλα της. Διότι μήτε πλατεία βλέπεις, μήτε ομόνοια. Αποτελεί όμως ένα όριο. Ανάμεσα στο χάλια (που είναι η περιοχή προς την Πανεπιστημίου και τη Σταδίου) και το τρισχειρότερα (που είναι η περιοχή προς την Πειραιώς και την Αγίου Κωνσταντίνου). Εδώ η Ελλάδα έχει εορτάσει πολλούς εθνικούς θριάμβους της. Όχι το Τεπελένι, ντε. Την κατάκτηση του Φάιναλ Φορ από τον Ολυμπιακό. Εδώ και πολλά χρόνια πλέον, η πλατεία έχει γίνει στέκι μεταναστών, διερχόμενων προσφύγων και ναρκομανών. Ανταλλαγές τσέπη με τσέπη, ύποπτα βλέμματα, τραγικές περιπτώσεις.



Διότι ναι, αν προσθέσεις σε όλη αυτή την εικόνα τους άστεγους, τους λογής λογής μετανάστες που τριγυρνούν με τα καροτσάκια σούπερμάρκετς και σκαλίζουν τα σκουπίδια, τους όσους ζητιανεύουν στα φανάρια, τους αναρίθμητους μικροαπατεώνες και πορτοφολάδες των τρόλεϊ και του ηλεκτρικού, τις τσιγγάνες που σου ζητάνε ένα τσιγάρο και τις νιγηριανές που εκπορνεύονται στα πεζοδρόμια, τότε έχεις ένα (καθόλου ζούπερ γουάου) μωσαϊκό προβλημάτων.



Που ό,τι και να κάμεις, όσο αλληλέγγυος κι αν είσαι, όση κοινωνική ευαισθησία κι αν επιδείξεις, δεν πρόκειται να λύσεις ποτές. Διότι η υποβάθμιση πλέον είναι τόσο καθολική και καταιγιστική που πλέον σε παίρνει κι εσένα μαζί της και σε καταπίνει. Διότι έχεις δύο εναλλακτικές: ή που θα προσπαθήσεις να αποστασιοποιηθείς ενμέρει για να συνεχίσεις στοιχειωδώς να διαβιείς την καθημερινότητά σου ή που θα αποτρελαθείς και θα σε αρχίσουμε στα λεξοτανίλ και στα ζάναξ.



Δυοτρείς στάσεις έχουμε ακόμα, σταμάτα να διαμαρτύρεσαι. Βουαλά ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της Αθήνας. Η Ερμού ντε! Που κάποτες φιγουράριζε ανάμεσα στις πιο πανάκριβες εμπορικές οδούς διεθνώς. Λίγο κάτω από την Όξφορντ Στριτ και το Σαμζελιζέ, αν έχεις το θεό σου! Καταλαβαίνεις πού είχαν φθάσει τα νοίκια. Στον έβδομο ουρανό και μη σου πω και στον όγδοο. Και μετά ξυπνήσαμε και προσγειωθήκαμε στο τέταρτο υπόγειο.



Λίγο πιο κάτω η Αθηνάς. Από τους πιο ενδιαφέροντες και εντελώς παραμελημένους δρόμους της πόλης. Που συνεχίζει να διατηρεί (έστω και τραυματισμένο από την κρίση) έναν παμπάλαιο εμπορικό ιστό.



Που λόγω της μακράς του ιστορικής εμπειρίας, είναι εκπαιδευμένος στο ν'αντέχει και να προσαρμόζεται. Ακόμα και σε συνθήκες απότομης υποβάθμισης.



Μίας υποβάθμισης που απλώνεται στους δρόμους, τρυπώνει στα στενά και κυριεύει τα πάντα. Απονεκρώνοντας τους ανθρώπους, αφαιρώντας τη συνείδησή τους και τη μνήμη τους.



Γιατί εδώ, στην καρδιά της πρωτεύουσας, δεν φαίνεται να λειτουργεί ούτε αυτό το περίφημο ελληνικό καλοκαίρι. Βλέπεις, εδώ δεν φθάνει η αλμύρα από το γαλάζιο, ούτε η λάουντζ μουσική από το μπιτς μπαρ.



Ε λοιπόν όχι, εδώ δεν είμαστε έβρι-ντέι-χόλιντέι. Και τ'άσχημα νέα είναι πως οι διακοπές κάποτες τελειώνουν. Όπως και οι ψευδαισθήσεις.



Και μπορεί εσύ να μην θέλεις να το παραδεχτείς στον εαυτό σου, αλλά η Αθήνα ουρλιάζει. Από το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια μέχρι το Μοναστηράκι και το Μεταξουργείο. Από τα κλειστά καταστήματα μέχρι το καμένο και ερειπωμένο Αττικόν.



Από τα πεζοδρόμια που ζέχνουν ως τις ζωές μας που σφαδάζουν. Στην αμείλικτη καθημερινότητα ή στη σιωπηλή απομόνωση των διαμερισμάτων. Και μη μου μιλήσεις για συλλογικότητες και εθελοντισμούς. Μη μου μιλήσεις για κινητοποιήσεις και νέες επαναστάσεις. Γιατί αφενός τις έχω μπουχτίσει (από τέτοιες είναι χορτασμένη η χώρα, θενκ-γιου-βερι-ματς) και αφετέρου, στο έχω ξαναπεί: η μεγαλύτερη επανάσταση είναι η επανάσταση της λογικής και της σκληρής δουλειάς. Και φοβούμαι ότι δεν υπάρχουν αρκετοί σε αυτή τη χώρα που να την υποστηρίζουν.



Πού θα μας βγάλει αυτή η κατάσταση, θα με ρωτήξεις. Και πού θες να ξεύρω; Ένας απλός πτηνός είμαι, δεν έχω και το κληρονομικό χάρισμα! Αν θες όμως αμάν και ντε να μάθεις τα μελλούμενα μπορείς να απευθυνθείς στην Κατίνα. Σε πολύ μερακλαντάν και κομ ιλ φο κατάστημα που άνοιξε προσφάτως στην Καραγεώργη Σερβίας, μία ανάσα από την πλατεία Συντάγματος.



Αλλά όχι, αγαπητέ αναγνώστα, μην με βλέπεις παραδομένο και μην με ακούς χολοσκασμένο. Πτηνό συνεχίζει και θα συνεχίζει το δικό του αντάρτικο. Και που τα λέμε και που τα διαπιστώνουμε, είναι μία (μικρή, αλλά σημαντική) νίκη.



Και μία σοβαρή ένδειξη. Ότι ακόμα και μέσα στις πιο αμείλικτες εποχές μας, συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε παραπέρα. Να αντιλαμβανόμαστε το χειρότερο. Και να προσπαθούμε για το καλύτερο. Δεν ξεύρω τί μπορεί ο καθείς μας να καταφέρει. Το μόνο που ξεύρω είναι ότι έχει μονάχα μία επιλογή. Να συνεχίσει να προσπαθεί. Και ν'αντιμετωπίζει ακόμα και τα πιο θερμόπληκτα καλοκαίρια, ακόμα και τους πιο ψυχρούς χειμώνες, με το χαμόγελό του και με τη θέλησή του. Για ένα καλύτερο αύριο, αναγνώστα.

Άσε με να σου ευχηθώ γιατί θα σκάσω. Καλό πτηνόπωρο!

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Atena Augusta Grotesca


Πάνε χρόνια από τότες που την τραγουδούσες ως "χαρά της γης και της αυγής, μικρό γαλάζιο κρίνο". Κι έχουν στ'αλήθεια αλλάξει πολλά στην πόλη και στους ανθρώπους της. Αλλά και στον τρόπο που την ερμηνεύουν οι όσοι τη ζουν και όσοι την επισκέπτονται. 


Να ξεύρεις, πως έχει μεγάλη διαφορά. Το ποιος είσαι, το που μένεις και το ποια είναι η κοσμοθεωρία σου. Άλλο πράμα νάσαι ας πούμε γέννημα θρέμμα Πλατεία Αττικής, να ζεις και να κινείσαι στα πέριξ του Αγίου Παντελεήμονα κι άλλο νάσαι Κηφισιώτης και να κατεβαίνεις στο κέντρο μια φορά το δίμηνο. Άλλο νάσαι οικογενειάρχης βιοπαλαιστής στην Κυψέλη και να πηγαίνουν τα παιδιά σου στη Γκράβα (πούναι ζούπερ τερατώδες τσιμεντένιο κόμπλεξ σχολείων, για εσέ που δεν γνωρίζεις τα μέρη), άλλο νάσαι βουπού Φιλοθέη ή τίποτις Γέρακας και να περνάς τη μέρα σου ανοιγοκλείνοντας την πόρτα του γκαράζ και τον συναγερμό στη μεζονέτα κι άλλο νάσαι ράστα νεολαίος που απολαμβάνεις το τάβλι σου στα καφέ της Πανόρμου και τα ξίδια σου στο Γκάζι και το Θησείο. Χιουτζ ντιφρενς!


Αυτή η πολυμορφία και ποικιλότητα της πόλης, την καθιστά στα σίγουρα ενδιαφέρουσα. Και πράγματι μπορεί να τη θεωρήσεις ως και ζούπερ γουάου, αν είσαι (α) ψαγμένος τουρίστας, (β) κάτοικος προαστίων με μικρή έως καθόλου έκθεση στα δεινά του κέντρου, (γ) κάτοικος κέντρου με συνειδητή απόφαση να φοράς τα κόκκινα γυαλιά κι όλα γύρω μια χαρά ή (δ) η Μάγια η Μέλισσα. Σε κάθε άλλη περίπτωση, την ξινίλα και το μούγκρισμα, δεν τα γλιτώνεις. Και όχι αδικαιολόγητα. Αν είσαι δε πικρόχολος κάτοικος άλλης πόλης, χωριού, νησιού ή περιφέρειας, μπορείς ως και να γελάς στα μούτρα μας που έχουμε επιλέξει (;) να μένουμε κουκουλωμένοι στα τσιμέντα μη-χειρότερα.


Η συζήτηση όμως αυτή δεν είναι τόσο εύκολη. Δεν είναι δίκαιο να ρίχνει κανείς το ανάθεμα σε μία πόλη που ουσιαστικά φέρει το μεγαλύτερο βάρος των προβλημάτων της χώρας. Ούτε είναι όμως δίκαιο να παραγνωρίζει κανείς τα λάθη, τις εγκληματικές αμέλειες και τις άφρονες συμπεριφορές που οδήγησαν την πόλη στη σημερινή παρακμή της. Τώρα λοιπόν που το θέρος τελειώνει και ο απλός, καθημερινός άνθρωπας συνεχίζει να ποστάρει φωτογραφίες από παραλίες, ξαπλώστες, βουτιές, κοκτέιλς, μαρίδες, γαρίδες, αρίδες και γαλαζοπράσινα νερά, το πτηνό πούναι γενικώς κόντρα-ψυχολογίας, απεφάσισε να σου κάμει ένα οδοιπορικό. Στην Αθήνα. Του Αυγούστου 2015. Αν είσαι ο ιστορικός του μέλλοντος, θα με ευγνωμονείς. 


Κυριακή μεσημεράκι στην Καπνικαρέα. Κύριος με σανδάλι ΦονΛούμπεν, κίτρινη σακούλα μανάβικου και τσίλικο καπέλο Πουαρό, κάθεται στο περβάζι και σκιτσάρει το απέναντι κτήριο. Φούρνος έχει ανοίξει απέναντι, μη φανταστείς τίποτις πιο ιντελεκτουέλ. Η μόνη επιχειρηματικότητα που φαίνεται να κινείται στην πόλη είναι στην κατηγορία "ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε". Σουβλάκι, κεμπάπ, κινέζικο, πίτσα, ινδικό, ζαμπονοτυρόπιτα, φαλάφελ. Αυτές είναι οι λέξεις κλειδιά στο τόπικ "γκρικ μπίζνες". Κι άντε μετά να πείσεις εσύ τον Σόιμπλε ότι δεν έχουμε να φάμε.


Αλλά και να ντυθούμε έχουμε. Μήπως είσαι τουρίστας από το Μπάντεν-Μπάντεν ή τίποτις δωδεκαθεϊστής και σούρχεται μία επιθυμία να βγεις όξω ντυμένος Αγαμέμνωνας με περικεφαλαία; Θέλει η καλή σου να ντυθεί Κλυταιμνήστρα και να σου πάρει το κεφάλι; Νόου πρόμπλεμ. Σούχω ωραιότατη ποικιλία από χιτώνια στο θαλασσί, στο κοραλί, στο κορακί, στο βερικοκί, στο σικλαμάν, νάχεις να συναλλάζεις. Με μαίανδρο, με μπορντούρα ιωνικού ρυθμού, με δωρικό γιακαδάκι και σετάκι με πόρπες, διάδημα, περιβραχιόνιο.


Και για να μην μείνει παραπονεμένο και το νήπιο, στο έχω και σε παιδικά νούμερα. Νάχει η πιτσιρίκα να ντυθεί μικρή Ιφιγένεια, να σκάσει μύτη στο σχολείο αύριο-μεθαύριο και να κερδίσει πόιντς στα φιλολογικά.


Τώρα, αν θες κάτι πιο ιδιαίτερο και είσαι ας πούμε τύπος σπορτίβ, ινδικής ψυχολογίας και έγκυος, η κατάλληλη επιλογή για σένα είναι η Έλσα. Στα Κάτω Πατήσια.


Διότι ναι, η Αθήνα είναι μουλτιέθνικ. Αλλά όχι, μη φανταστείς γειτονιές με λόκαλ χρώμα, γιορτές, τοπικές κουζίνες και έθνικ κοινότητες που διαμορφώνουν έναν παραγωγικό κοινωνικό ιστό, προσθέτοντας πινελιές πολυμορφίας. Δις ιζ Γκρις! Μιλάμε απλώς για ένα άναρχο τουρλουμπούκι αστικής απαξίωσης, γκετοποίησης και παραβατικότητας, με πολλές γειτονιές της Αθήνας να έχουν μετατραπεί σε παραγκουπόλεις.


Καλκούτα; Μουμπάι; Τζαϊπούρ; Μπα, στην Ερμού είμαστε! Λίγα μέτρα πιο κάτω από την Πλατεία Μοναστηρακίου. Τα παιδάκια στη σχάρα-κλουβί, μοιάζουν με εικόνα του Τρίτου Κόσμου. Μα αλήθεια εσύ νομίζεις ακόμα ότι βρίσκεσαι στην Ευρώπη; Αν είσαι η Τασία Χριστοδουλοπούλου και τα βλέπεις όλα πιο ρομαντίκ, θα παρατηρήσεις ότι ουχί μόνο λιάζονται στο γκάμπριο, αλλά διαθέτουν και ψυγείο!



Είπα Πλατεία Μοναστηρακίου και μούρθε η μπόχα! Από τα πιο ρυπαρά πλακάκια της πόλης. Πούχουν αυτήν την υπέροχη, αλέγκρα, τσικνο-βρωμο-κολλώδη αίσθηση που αν είσαι (α) άνθρωπας καθαρός και σχολαστικός, (β) Παρθένος το ζώδιο ή (γ) ο Κωνσταντίνος Καντακουζηνός, χρειάζεσαι τουλάχιστον δύο μεγάλα μπεταντίν για να τη διασχίσεις. Στη φωτό, ένας από τους Monty Pythons.



Και μιας και επιστρέψαμε στο στυλιστικό, οφείλω να σου πω ότι αν ένα πράμα έχουμε και καυχιόμαστε στην Αθήνα, είναι η οτ-κουτούρ! Με την έννοια του κουτουρού περισσότερο.



Να, πάρε για παράδειγμα τον κύριο Λάκη, πούχει μαλλί Νίκος Καρβέλας, ρολόι σε κάθε χέρι (ένα για τη θερινή και ένα για τη χειμερινή ώρα) και κάλτσα-παπούτσι-τσάντα-καπέλο στο χρώμα της πυρκαγιάς. Η αμφίεση είναι κατάλληλη για την παραλία, για το Καραϊσκάκη και για προεκλογική συγκέντρωση του Λαφαζάνη. Και στου Κουτσούμπα να πας, μπορείς.



Σταδίου, κάτου από τ'άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Ντύσιμο πιο εναλλακτικό, που το τοποθετείς ιδεολογικά στο κόμμα του Λεβέντη ή στους Οικολόγους του Δημοσθένη Βεργή. Νάναι καλά η κυρία! Γούστο της και καπέλο της!



Αν πάλι είσαι τουρίστρια, μπορούμε να σου συγχωρήσουμε τα πάντα. Εντάξει, σχεδόν τα πάντα. Είπαμε η χώρα είναι μπορντέλο, αλλά ρίξτε και λίγο ύφασμα επάνου σας, μανδάμ, φροϊλάιν, σινιορίτα πορ φαβόρ. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδής τη σήμερον ό,τι κουνιέται, κινδυνεύει. Ουχί από γκρικ καμάκι, αλλά από γκρικ φορομπήχτη.



Τώρα βέβαια, έχω κι εσένα που θες κάτι στο πιο ανάλαφρο, νοστάλτζικ και φίνος φιλμ. Στο Μοναστηράκι, μπορείς να ντυθείς Τζένη Καρέζη, Κώστας Κακαβάς, Αλίκη Βουγιουκλάκη, φτου και τα φιλάς. Μώρε κι ένα σεντόνι να πετάξεις πάνου σου και να δηλώσεις Ζάβαλος, εμείς παρέα θα σε κάμουμε.



Η Αθήνα είναι μία πόλη μιας-κάποιας ηλικίας. Με το τουρμπάν της, με το δυχτάκι στα μαλλιά, με τ'αγγουράκια στα μάτια, με τη ρομπ-ντε-σαμπρ της. Που διαβιεί στο δυαράκι της πολυκατοικίας του '60. Που έχει να το λέει πόσο ψηλοτάβανα τα κάμανε τότες τα διαμερίσματα. Που έχει να θυμάται τις εποχές πούχαμε θυρωρό κι ήμασταν όλοι νοικοκυραίοι. Που τώρα αναστενάζει για τη σύνταξη και βγαίνει στο μπαλκόνι της να ρίξει ένα ποτήρι νερό στον κάκτο. Μην μου ξεραθεί τζιέρι μου το φυτό με τόση ζέστη -τι φταίει και δαύτο;



Η Αθήνα είναι μία κόρη βανδαλισμένη, ένα πρόσωπο πούχεις ξεχάσει τις εκφράσεις του, καθόπως κρύβεται πίσω από μία μάσκα γκροτέσκα κι αποκρουστική.



Μία πόλη με διάφορες σημασίες για διάφορους ανθρώπους που τη ζουνε όλοι τους αποσπασματικά. Ίσως και καλύτερα. Γιατί είναι πολύ μεγάλη και πολύ αβάσταχτη για να τ'αντέξεις όλα τα κουσούρια της. Που τώρα τον Αύγουστο, μοιάζουν ακόμα πιο φαιδρά. Αστεία και τραγικά, ταυτόχρονα.

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Kαταμεσής τ'Αυγούστου



Είμαι πτηνό ανάποδο, το ξεύρεις και τόχεις εμπεδώσει. Εξού και κάθε Αύγουστο που εσύ διακοπάρεις στο γαλάζιο κι απλώνεις τις αρίδες σου στη σεζ λονγκ με την πίνα κολάντα στο χέρι, εγώ την επερνάω σπίτι μου, με τα βιβλιαράκια μου, τις μουσικές μου και τις ηρεμίες μου.



Κι έχω εδώ και χρόνια συνηθίσει, ετούτες τις μέρες καταμεσίς τ'Αυγούστου, να βολτάρω στο κέντρο της πόλης. Για να τη συναντήσω χωρίς τους κατοίκους της, να τη σεργιανίσω μοναχός μου, να τη συζητήσω βρε αδελφέ και να μοιραστούμε τα δικά μας.



Εξού και έσκασε ράμφος το πτηνό, Σάββατο πρωί δεκαπενταύγουστου, στο κέντρο της Αθήνας. Και παρά το ανακάτεμα της ζέστης και της υγρασίας, έκαμε τον περίπατό του από τα Εξάρχεια ως το Σύνταγμα, από το Μοναστηράκι ίσαμε το Θησείο και από το Μεταξουργείο πάλι απάνου προς την Κυψέλη.



Για να συναντήσει μία Αθήνα στο πιο άδειο της. Παραδομένη στις γάτες και τις ησυχίες της. Στους μετανάστες και στους απόκληρούς της. Αν περιμένεις ανάρτηση ρομαντίκ που θα σου λέω πόσο όμορφη είναι η πόλη τον Αύγουστο και πόσο ζούπερ την περνάμε εμείς που ξεμείναμε στα σπίτια μας στο κέντρο, βλέπεις λάθος κανάλι. Εδώ παίζουμε ριάλιτι, τα Ζουζούνια είναι στο Σταρ.



Αν αναρωτιέσαι, εκεί που αλλάζεις θέση στη σεζ λονγκ και παραγγέλνεις τη δεύτερη πίνα κολάντα, πώς νάναι άραγε η Αθήνα φέτος τον δεκαπενταύγουστο, άσε με να σου δώκω μία εικόνα: η πόλη είναι εγκαταλειμμένη. Που δεν έχει καθόλου να κάμει με την προσωρινή απουσία των κατοίκων της. Αλλά με το άφημά της. Σε μία βαθιά παρακμή που την κατατρώγει εδώ και χρόνια. Και που αποκαλύπτεται σε όλη τη δραματική της ένταση, τώρα πούναι γυμνή απ´αυτοκίνητα κι ανθρώπους. Τώρα που δεν μπορεί πια η βαβούρα και ο θόρυβος της καθημερινότητας να συγκαλύψει το βάσανό της.



Μία πόλη ρυπαρή και άσχημη. Μία πόλη βαθιά συμπλεγματική και καταθλιπτική. Που πρέπει να πασχίσεις πολύ και ν'αναπτύξεις άμυνες προσωπικές, για να τη ζήσεις. Που πρέπει νάσαι πολύ ρομαντικός για να εστιάσεις στις κάποιες ομορφιές της και ν' αγνοήσεις τις θηριώδεις της ασχήμιες. Που πρέπει νάσαι εξαιρετικά ολιγαρκής για ν' αρκεστείς στο ελάχιστο που σου δίνει και να της συγχωρήσεις το τεράστιο που σου παίρνει.



Υπάρχουν πολλοί -τουρίστες μα και κάτοικοι- που θα σου πουν πως η Αθήνα είναι μία ενδιαφέρουσα πόλη. Ζωντανή και δυναμική. Μια πόλη που μπορείς ν'ανακαλύψεις κάμποσες διαφορετικές οπτικές για να τη δεις και να την ερμηνέψεις. 



Έχουν δίκιο, αλλά και εντελώς άδικο. Πράγματι, η Αθήνα είναι ενδιαφέρουσα. Όπως ενδιαφέρον είναι το Δελχί, το Αμμάν ή η Αντίς Αμπέμπα. Ο συνωστισμός ανθρώπων ανάμεσα σε τερατώδεις γειτονιές χωρίς πράσινο, στριμωγμένους και βρώμικους δρόμους και ατάκτως σκορπισμένα ερείπια διαφόρων ιστορικών περιόδων, δημιουργεί ένα σύνολο αρκετά θελκτικό για έναν ξένο. Του θέτει ένα πρόβλημα, που προσπαθεί να καταλάβει. Του προξενεί εντύπωση με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις του. 



Από τη μία, κολώνες και αρχαία αγάλματα που όρισαν την καλαισθησία στο δυτικό κόσμο και ενεγράφησαν ως πρότυπα κάλλους στη συλλογική συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου. Κι από την άλλη, πανάσχημα κτήρια, βασανισμένοι δημόσιοι χώροι, απάνθρωπες χωροταξίες και παντού, αποδείξεις μίας ατομικής και συλλογικής ασυνειδησίας.



Αν είσαι αλέγκρος τουρίστας και ήρθες βασικά για το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης και το κλάμπινγκ της Μυκόνου, λογικά σου αρκούν και με το παραπάνω καναδυο μέρες στην Αθήνα για να ιδείς αυτά που θέλεις στην Πλάκα, στο Μοναστηράκι, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και στο Άττικα. Αν είσαι περιηγητής και δεν αρκείσαι στο τουριστίκ, θα χρειαστείς πεντέξι μέρες. Για να κυκλοφορήσεις στο παρακάτω, μπας και ξεδιαλύνεις τούτον τον γρίφο αστικής παράνοιας. Και στις δύο περιπτώσεις, θα γυρίσεις στη χώρα σου χαρούμενος και μάλλον γοητευμένος από την εμπειρία. Αυτής της βαθιά προβληματικής περίπτωσης. Που τέλεια περάσαμε, αλλά μακριά από μας.



Κι αν είσαι κάτοικος; Ώχου καημένε μου- αν είσαι κάτοικος! Τότες το μόνο στο οποίο μπορείς να επιστρέψεις είναι το διαμέρισμά σου στο Παγκράτι, στα Πατήσια, στην Κυψέλη, στους Αμπελόκηπους και στην Καλλιθέα. Διότι η Αθήνα για σένα, δεν είναι μία ανάπαυλα διακοπών. Είναι η καθημερινότητά σου.



Κι ας καμώνεσαι ότι τάχα μου δεν ενοχλείσαι από την ασχήμια στην οποία βυθίζεται η ζωή σου, η αλήθεια είναι πως είτε την έχεις τόσο συνηθίσει που σταμάτησες να τη βλέπεις, είτε την έχεις εξιδανικεύσει στο μυαλό σου για να μπορέσεις να τη διαχειριστείς χωρίς να τρελαθείς. 



Η Αθήνα είναι η πιο βρώμικη πρωτεύουσα της Ευρώπης. Στο λέω εμπειρικά και πίστεψέ με, έχω ζήσει πάρα πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες απ'άκρη σ'άκρη της ηπείρου. Περπατάς την Ερμού ή την πλατεία Μοναστηρακίου και κολλάνε τα πεζοδρόμια ρυπαρότητα. Περνάς διαρκώς δίπλα από κάδους που ζέχνουνε σκουπίδια και βουλωμένους υπονόμους. Άσε το ζιγκ ζαγκ που πρέπει να κάμεις στους δρόμους για ν'αποφύγεις τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια πούχουν καβαλίσει τα πεζοδρόμια.  



Και ύστερα βέβαια υπάρχει το γκράφιτι. Αυτή η απίθανη τάχα-μου μορφή τέχνης του δρόμου, που έχει καλύψει με ένα ρυπαρό στρώμα όλο το οπτικό σου πεδίο και σου επιβάλλεται από παντού. Κάθε σπιθαμή τοίχου, κάθε σκαλοπάτι, κάθε κολόνα, κάθε πινακίδα, παγκάκι, γλάστρα, περβάζι, κρουνός, κάθε απειροελάχιστη επιφάνεια δομικού υλικού είναι ένας καμβάς για να εκφράσει ο κάθε τυχάρπαστος φασίστας την βαθιά του περιφρόνηση εναντίον σου, εναντίον του συστήματος, των γάβρων, της Τασούλας που τον παράτησε κι έφυγε με το Μάκη. Να σιάξει ένα παπάκι, έναν πισινό, ένα μικυμάους, ένα απροσδιόριστο-δεν-έχει-σημασία.



Κάθε φορά που κάμω αυτή τη συζήτηση, εμφανίζονται δυοτρείς που μου κοτσάρουν μερικούς τοίχους με γκράφιτι πούναι πράγματι πιο καλαίσθητα, λέγοντας πως το γκράφιτι ζωντανεύει την πόλη και αποτελεί έκφραση της κοινωνικής της δυναμικής. Αλλά όχι. Αυτοί οι μερικοί τοίχοι δεν μπορούν να αποτελούν ελαφρυντικό για την ολική και ισοπεδωτική βεβήλωση του δημόσιου χώρου.



Και αν η κοινωνική δυναμική εκφράζεται με την αποτύπωση εξυπνακίστικων πολιτικών ή οπαδικών συνθημάτων στον τοίχο ή ακατάληπτων υπογραφών με σπρέι, τότες να μου επιτρέψεις να σου πω πως πρόκειται για μία δυναμική προς τα πίσω. Μία δυναμική ανεγκέφαλων κάφρων.


Αν επιμένεις ότι η πόλη είναι όμορφη, προφανώς δεν έχεις επισκεφθεί όμορφες πόλεις. Αν επιμένεις ότι η πόλη είναι ανθρώπινη, προφανώς έχεις ξεχάσει τί σημαίνει ανθρωπισμός.


Σε ετούτον τον περίπατο, είδα δεκάδες ανθρώπους να τρυπιούνται. Ναι, Σάββατο πρωί δεκαπενταύγουστου. Δεν σου βάζω τις φωτογραφίες, δεν νομίζω ότι έχει κάποιο νόημα να σου μοστράρω τη δυστυχία και την παρακμή του άλλου. Κι από τις τουρίστικ περιοχές γύρω από την Ακρόπολη, ανηφόρισα προς το Πεδίον του Άρεως. Κι έγινα αυτόπτης μάρτυρας της αθλίας κατάστασης των μεταναστών που πέρασαν εκεί την τελευταία τους νύχτα πριν τους μεταφέρουν την επομένη, στο Βοτανικό. Αν και θα μου επιτρέψεις να πω πως η αθλία κατάσταση δεν αφορά μόνο τους μετανάστες, αλλά και τους κατοίκους των τριγύρω περιοχών. Θινκ πόζιτιβ, θα πεις: με όλο αυτό το νταβαντούρι, απέκτησαν παρέα και οι ναρκομανείς του πάρκου. Που δεν ξεύρω αν έχεις εικόνα, αλλά έχουν σχηματίσει εδώ και μήνες (για να μην πω, χρόνια) μία πολυπληθή αγέλη που κοιμάται στα παγκάκια και τρυπιέται ολημερίς, στο νότιο κομμάτι του πάρκου (προς Αλεξάνδρας και Πατησίων).


Είδα επίσης δύο έγχρωμους να ουρούν μέρα μεσημέρι σε κάδους της Δροσοπούλου. Ναι, μπροστά στα μάτια μου. Και κάμποσους άλλους να παίζουν Κίνο στα προπατζίδικα της περιοχής. Και μπορεί τα λοιπά καταστήματα να ήσαν κλειστά λόγω της Μεγαλόχαρης, αλλά στους δρόμους κάτω από την πλατεία Μεταξουργείου, οι οίκοι ανοχής ήσαν μια-χαρά ορθάνοιχτοι. Με την συνήθη πελατεία τους. Πακιστάν και Μπαγκλαντές.



Σε ετούτον τον περίπατο, στάθηκα στις αφίσες των Εξαρχείων. Και διάβασα με μεγάλη προσοχή την εκδοχή επανάστασης, αντίστασης και συμπαράταξης στην οποία καλεί το κάθε αυτόνομο στέκι και η κάθε αντιφασιστική, αντιμπεριαλιστική πρωτοβουλία.



Κατηφόρισα τη Βαλτετσίου. Την ταλαιπωρημένη Βαλτετσίου. Σάββατο, πρωί δεκαπενταύγουστου. Κόσμο δεν είχε. Μόνο αφημένα μπουκάλια και σκουπίδια παντού. Πούχαν μείνει από κάποιο ξενύχτι επαναστατημένων νεολαίων. Που δεν έχουν καταλάβει ότι το να μην γράφω στο περβάζι, να μην πετάω τα τσιγάρα και τα μπουκάλια μου στο δρόμο και να μην κολλάω τις αφίσες μου στον τοίχο είναι πολύ πιο σημαντική έκφραση αλληλεγγύης. Προς τον διπλανό σου. Αν δεν σέβεσαι αυτόν, τότε αλήθεια θέλεις να με πείσεις ότι κόπτεσαι για τον Τούρκο αριστεριστή, τον Σύριο μετανάστη και τον κρατούμενο του Γκουαντανάμο; Αν δεν μπορείς να μου δείξεις τον πολιτισμό σου στα απλά και στοιχειώδη, θέλεις αλήθεια να μιλήσουμε για τα μεγάλα και διεθνή; Αν δεν μπορείς να ιδείς την ομορφιά στο νεοκλασικό απέναντί σου και το βεβηλώνεις, θέλεις πραγματικά να με πείσεις πως ονειρεύεσαι ένα καλύτερο μέλλον;



Αλλά βλέπεις, σ'αυτή τη χώρα, τις επαναστάσεις τις είχαμε πάντα πρόχειρες. Κι έγινε έτσι η Αθήνα, ένα πεδίο άσκησης επαναστάσεων. Του όχι, του ναι, του ίσως, του νάχαμε-ναλέγαμε, του δεν πληρώνω, του δεν γουστάρω, του δεν βαριέσαι και του τίποτα. Χωρίς ποτέ να αντιμετωπίζεται κανένα πρόβλημα. Και χωρίς ποτέ να προβληματίζεται κανείς για την καταστροφή που επιφέρει o όποιος επαναστατικός του οίστρος.


Την ήπιες κιόλας τη δεύτερη πίνα κολάντα; Καλά δεν σε προλαβαίνουμε! Είσαι για κανένα φρέντο καπουτσίνο ή να περάσουμε απευθείας στο κλαμπ σάντουιτς; Στην τσάντα τόχεις το αντηλιακό; Πρέπει να σου περάσω μία στρώση ακόμα γιατί σε βλέπω να ξεροψήνεσαι!


Ναι, τα όσα σου αραδιάζω για την Αθήνα, μοιάζουν πολύ μακρινά, όταν κοιτάζεις τ'απέραντο γαλάζιο στις διακοπές σου. Αυτές τις πολύτιμες και ολοένα πιο δύσκολες διακοπές σου. Αλλά το ξεύρεις καλά πως αυτά άφηκες πίσω σου και σε ετούτα θα επιστρέψεις. Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα σου. Αυτή είναι η δική μου πραγματικότητα.


Αθήνα, Σάββατο πρωί δεκαπενταύγουστου. Η πόλη είναι άδεια. Όπως κάθε τέτοια εποχή. Τα μαγαζιά είναι κλειστά, ελάχιστοι σουλατσάρουν απάνου στα ζεστά τσιμέντα. Η πόλη είναι γυμνή και αφημένη στις θλίψεις της και στα προβλήματά της. Γιατί αυτά δεν πάνε διακοπές. Μήτε και ξεπλένονται με το απέραντο γαλάζιο. Βλέπεις, ήρθε ο καιρός που τελειώσαν και οι τελευταίοι εθνικοί μας μύθοι. Και μας έμεινε πια η αλήθεια να μας χαστουκίζει αδυσώπητα. Σε κάθε τοίχο, σε κάθε βήμα.


Μία αλήθεια πικρή. Που υπερβαίνει την κρίση, Ή και την εξηγεί κιόλας. Μία αλήθεια που υπόσχεται. Ή μάλλον απειλεί. Πως το μέλλον θάναι ακόμα πιο γκρίζο, πιο ρυπαρό και πιο άσχημο, όσες επαναστάσεις και να κάμουμε. Διότι ετούτη η πόλη αποτελεί την αδιάσειστη απόδειξη της μεγάλης μας αδυναμίας να κάμουμε μία επανάσταση απέναντι στον χειρότερο εαυτό μας. Που παραμένει η μεγαλύτερη απειλή από όλες τις άλλες.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts