Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Kristiansund



Σου αρέσει η έντονη νυχτερινή ζωή, τύπου κλαμπάκια, μπαράκια, συρτάκια; Απολαμβάνεις την κίνηση ή την πολυκοσμία στους δρόμους και το ντριμ ντεστινέισόν σου είναι τα Χαφτεία; Λατρεύεις τους έντονους ρυθμούς της μεγαλούπολης και η φρενίτιδα είναι το αγαπημένο σου σπορ; Σόρι, αλλά (α) ανησυχώ σίριουσλι για σένα, και (β) ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τί γυρεύεις εδώ!



Διότι στη δική μας την πόλη, δύο είναι οι ταχύτητες με τις οποίες κινούνται τα πράγματα. Το ρελαντί και το χαλαρουά. Για να σου δώσω να καταλάβεις, θυμάσαι εκείνη τη γιαγιά που οδηγούσε ένα κανελί ντε-σε-βό στην Εθνική προημερών και σου είχε σπάσει τα νεύρα διότι πήγαινε με πενήντα χιλιόμετρα; Εδώ της δίνει κλίση η τροχαία για υπερβολική ταχύτητα και τη φωνάζουμε γκάγκστερ της ασφάλτου.



Ναι, οι λέξεις κλειδιά ("ταγκς" για εσένα της γενιάς Ζ) είναι "γαλήνη", "ησυχία", "ασφάλεια", "ευημερία", "δεν-ακούγεται-κιχ-λέμε" και "κοίτα-ρε-φίλε-πού-ζει-ο-κόσμος".



Ακολουθεί ξενάγηση που θα σε οδηγήσει στην απόγνωση, ανεξαρτήτως της ιδιοσυγκρασίας σου: αν είσαι πάρτι-άνιμαλ, Ελληνάρας ή ήρωας του Μάπετ Σόου, θα σε πιάσει η απόγνωση με τη μακαριότητα και την ηρεμία αυτού του μέρους. Αν είσαι μπουχτισμένος από τη ζωή σου, απηυδισμένος από τους Συριζανέλ ή βλέπεις συστηματικά τον Αυτιά, θα σε πιάσει η απόγνωση που δεν ζεις σε αυτό το μέρος.



Ας αρχίσουμε από τα βασικά. Βρισκόμαστε στη Νορβηγία, μία χώρα που το κατά κεφαλήν εισόδημα ισοδυναμεί με δικό σου πεντάρι στο Τζόκερ. Εσένα δεν σου τυχαίνει ποτέ, στο μέσο Νορβηγό, σταθερά και κάθε χρόνο.



Και ναι, είμαστε βόρεια. Πιο βόρεια από το Όσλο, πιο βόρεια από το Μπέργκεν, πιο βόρεια-πιο βόρεια, τα σπάσαμε τα όρια -δηλαδής σα να λέμε ότι αν θες να προχωρήσεις από εδώ και πάνω, παρκάρεις το αμάξι και παίρνεις παγοθραυστικό. Επειδή δεν μού'σαι και συνηθισμένος, πέτα καλού-κακού ένα ζακετάκι πάνω σου. Και ένα παλτουδάκι, μια γούνα, μια βελέντζα, ένα σώμα καλοριφέρ.



Εδώ, στα τέσσερα νησιά που αγκαλιάζουν ένα θαλάσσιο κόλπο απλώνεται η πόλη μας, το Κρίστιανσουντ.



Και ίσως το πρώτο πράγμα που θα παρατηρήσεις στο Κρίστιανσουντ είναι ετούτη η μεγάλη και πανύψηλη γέφυρα. Που ζωγραφίζει μία ωραιότατη καμπύλη στη θέα σου, ενώνοντας τα δύο από τα νησιά. Ω, πρέπει να τη δεις να λάμπει, φωτισμένη στο σκοτάδι: υπερθέαμα, σου λέω!



Ο πληθυσμός της πόλης δεν ξεπερνά τις είκοσι χιλιάδες -περίπου δηλαδή όσους έχει το Αίγιο ή η Λιβαδειά (περιλαμβανομένων των σαράντα παλικαριών). Εντούτοις, επειδή το κεντρικό νησί είναι κάπως μικρό και αρκετά χτισμένο, το Κρίστιανσουντ θεωρείται από τις πιο πυκνοκατοικημένες πόλεις της χώρας -για τα νορβηγικά δεδομένα, διότι με τα δικά σου τα δεδομένα, το λες και σκορποχώρι.



Λοιπόν, αυτό είναι το λιμάνι μας. Είμαστε βέρι πράουντ για το λιμάνι μας. Από εδώ έβγαιναν για αιώνες τα ψαράδικα για να ξανοιχτούν στη Βόρεια Θάλασσα και να γυρίσουν φορτωμένα με τόνους (και δεν εννοώ "τόνους" όπως λέμε "γραμμάρια, κιλά, τόνοι", αλλά όπως λέμε "Ρίο Μάρε, πιο τρυφερό από την καρδιά ενός μαρουλιού"). Γιεπ, μιλάμε για τόνους από τόνους. Και βακαλάους.



Στο φυσικό λιμάνι και τις καλές ψαριές οφείλει αυτό το μέρος την πρώτη του ανάπτυξη. Το Μεσαίωνα υπήρχε ήδη εδώ οργανωμένος οικισμός, ενώ τον 17ο και τον 18ο αιώνα, άρχισε η εξαγωγή βακαλάου προς τις ευρωπαϊκές αγορές του νότου.



Όλα αυτά μέχρι την ανακάλυψη των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων πετρελαίου. Όπου -όπως καταλαβαίνεις- αφήσαμε τα δίχτυα και στήσαμε εξέδρες ανοιχτά των ακτών μας.



Κι εκεί που μας θεωρούσαν τα λοιπά Σκανδιναβά, φτωχομπινεδιάρικους ψαράδες, ξεπεσμένους Βίκινγκς και μεγάλα βλαχαδερά, τώρα μήτε στο μικρό μας δαχτυλάκι δεν μας φτάνουν. Διότι και ως γνωστόν, η ψαρόσουπα είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο.



Αυτό είναι το κέντρο της πόλης. Ναι, θυμάμαι πολύ καλά που σου είπα πως είναι πυκνοκατοικημένο, αλλά η αλήθεια είναι πως τρομάζεις να συναντήσεις άνθρωπο. Βεβαίως για τα εδώ δεδομένα, η εικόνα που βλέπεις θεωρείται εντελώς πήχτρα -τύπου Παναγιά-μου δεν θα βρούμε τραπέζι να κάτσουμε!



Κατά μήκος της θάλασσας απλώνεται ένας ευχάριστος περίπατος. Με μεγάλα πεζοδρόμια, παγκάκια, λουλούδια και κάμποσα μαγαζιά.



Αυτό είναι το μολ. Δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά εγώ εδώ βρίσκω όσα χρειάζομαι.



Σινιέ πουκαμισάκια, φλάφι πουλοβεράκια, τσίλικα παντελονάκια.



Στολές, αδιάβροχα, παγούρια.



Βιβλία μαγειρικής γιομάτα συνταγές για τον βακαλάο (τηγανητό, ψητό, στα κάρβουνα, γιαχνί, σιροπιαστό).



Αλλά και μυθιστορήματα, κόμικς και λοιπές χαριτωμενιές.



Και βεβαίως, τη μεγάλη μου αδυναμία: βιβλία για το πλέξιμο.



Η σχετική κατηγορία στο βιβλιοπωλείο είναι τεράστια και αν είσαι άσσος στη βελόνα, μπορείς να σιάξεις από σκουφάκι μέχρι κάλυμμα για τ'αυτοκίνητο.



Διότι δεν ξεύρω αν στο είπα: εδώ έχουμε λύσει τα περισσότερα από τα προβλήματα που απασχολούν εσένα (οικονομικό, οργάνωση, γραφειοκρατία, μποτιλιάρισμα) με αποτέλεσμα να έχουμε άπειρο ελεύθερο χρόνο για να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας και το κοπανέλι.



Τώρα αν εσύ αναρωτιέσαι πώς διάολο συμβαίνει αυτό, κάτσε να σου περιγράψω την καθημερινότητά μας.



Το λοιπόν, σκωνόμαστε το πρωί κατά τις επτά με επτάμισι. Πάμε για ένα τζόκινγκ, έναν περίπατο, μία ποδηλατάδα. Παίρνουμε το πρωινό μας στην ζούπερ μονδέρνα ίνοξ κουζίνα μας, χαζολογώντας στο άι-παντ και παρακολουθώντας την φλατ-σκριν υπερυψηλής ανάλυσης τηλεόρασή μας. Κατά τις εννιά πάμε στη δουλειά (η διαδρομή είναι συνήθως ενάμισι λεπτό, εκτός αν θες να το πας περπατιστός, επομένως μπορεί και να σου πάρει δυόμισι λεπτά).



Στη δουλειά, χαλαρά και δίχως άγχος ασχολούμαστε με τα όσα μας έχουν αναθέσει, κάμουμε τις συναντήσεις μας για μπόντινγκ και μπρέιν-στόρμινγκ, χαζολογάμε και πάλι λίγο στο άι-παντ και κατά τις δώδεκα και μισή βγαίνουμε για λαντς μπρέικ.



Όπου γυρνάμε σπίτι μας, πάμε για ένα τζόκινγκ, έναν περίπατο, μία ποδηλατάδα. Κάμουμε και τίποτις ψώνια, νάχουμε τ'αυριανό πρωί ν'αλείφουμε τη φρυγανιά.



Εν συνεχεία ξαναγυρνάμε στη δουλειά και συνεχίζουμε το μπόντινγκ, τα μπρέιν-στόρμινγκ και το χαζολόγημα στο άι-παντ, μέχρι τις τεσσεράμισι περίπου που σχολάμε. Και το τονίζω αυτό το τεσσεράμισι, διότι κατά τις πέντε δεν βρίσκεις άνθρωπο σε γραφείο και δηλαδής απορώ που έχεις το θράσος και ρωτάς.



Όπως καταλαβαίνεις, το άγχος και η πίεση απλώς δεν υφίστανται ως έννοιες στην καθημερινότητά μας.



Και εάν σε όλο αυτό προσθέσεις την απίθανη οργάνωση στις δημόσιες υπηρεσίες (όλα ψηφιακά, επομένως μήτε που ξεύρεις πού είναι το κτήριο της εφορίας, μήτε που θέλεις να μάθεις), την απόλυτη τήρηση των νόμων και την εμπεδωμένη ασφάλεια και εμπιστοσύνη, δεν είναι ν'απορείς που τα Νορβηγά κυκλοφορούν με το προσωπάκι φράπα ως τα βαθιά τους γεράματα. Διότι και πώς να σε βρει η ρυτίδα, όταν ζεις μακαρίως με θέα το φιορδ;



Για να σου ολοκληρώσω την εικόνα, έλα σε παρακαλώ να βγούμε από τους -κάπως άχαρους- πεντέξι δρόμους του κέντρου και πάμε στις γειτονιές με τα σπίτια.



Δίπατα, απλά, μίνιμαλ, πολύχρωμα.



Με τους κήπους τους.



Τα λουλουδάκια τους.



Τα τραμπολίνα τους.



Τα μεγάλα παράθυρα και τις ξύλινες στέγες τους.



Στην Ελλάδα, ένα τέτοιο σπίτι, το περιμένεις στην Κηφισιά και αναρωτιέσαι ποιός διάολος έχει τόσα εκατομμύρια και μένει εκεί. Στη Νορβηγία, αυτό είναι το μέσο σπίτι και όταν βλέπεις ντοκιμαντέρ για την Αθήνα στο Τράβελ Τσάνελ, αναρωτιέσαι πώς διάολο μένουν στοιβαγμένοι οι Έλληνες σε γειτονιές όπως το Παγκράτι, η Κυψέλη και τα Πατήσια.



Αν θέλεις να κλάψεις, έχω μαντηλάκι.


Τί άλλο έχω να σου δείξω; Α ναι, τις εκκλησιές μας! Εντάξει, οφείλω να σου παραδεχτώ ότι δεν είμαστε ιδιαίτερα θρήσκοι -προς το καθόλου, μπορώ να σου πω. Επομένως, έχουμε ελάχιστους ναούς. Πεντέξι. Τώρα που το ξανασκέφτομαι μπορεί νάναι και λιγότεροι.



Ο πιο διάσημος είναι ετούτος. Αν συνυπολογίσεις ότι χτίστηκε τη δεκαετία του εξήντα, τον ελές και τρελή μοντερνιά!



Ναι, είναι στραβός και γέρνει, αλλά αυτό είναι η όλη μαγκιά του. Βέρι τολμηρό οικοδόμημα για την εποχή του.



Τον βλέπεις μάλλον έρημο, διότι σου ξαναλέω ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα θρησκευτικά. Σπανίως τελείται λειτουργία, οι περισσότεροι γάμοι είναι πολιτικοί και το Πάσχα δεν ευχόμαστε Χριστός Ανέστη. Μάλιστα θα το βρεις μάλλον περίεργο, αλλά οφείλω επίσης σε πληροφορήσω ότι το Πάσχα συγκεκριμένα, διαβάζουμε ιστορίες με εγκλήματα και βλέπουμε θρίλερ. Που είναι λίγο κουλή συνήθεια (θα σου το εξηγήσω άλλη στιγμή), αλλά συνιστά πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξαναδείς ωραιότατες παραγωγές όπως ο Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες, ο Τσάκι και ο Εξορκισμός. Επομένως αν περιμένεις να παρακολουθήσεις στην τηλεόραση βιβλικά δράματα, τον Ιησού από τη Ναζαρέτ του Τζεφιρέλι ή νησιώτικο Πάσχα με τους Κονιτοπουλέους, την πάτησες.



Αρκετά κεντρικά, πέντε λεπτά πιο πέρα από το ναό, βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα μας. Που το λες και δάσος, διότι ουσιαστικά βγαίνει από την πόλη και σε οδηγεί σε ένα δίκτυο φυσιολατρικών διαδρομών για περιπατητές.



Η σχέση των Νορβηγών με τη φύση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Η φύση δεν είναι μία κατ'εξαίρεση εκδρομή στο βουνό κάθε-όποτε μπορέσουμε να ξεφύγουμε για ένα διήμερο. Η φύση είναι μία μόνιμη παρουσία από το πρωί που θα ξυπνήσουμε ως το βράδυ που θα κουκουλωθούμε κάτω από το πάπλωμα και θα βάλουμε στο φουλ την ενδοδαπέδια θέρμανση.



Τη φύση τη σεβόμαστε, την αγαπάμε και την επιζητούμε.



Κι έχουμε μάθει να είμαστε κομμάτι της και να απολαμβάνουμε τις εναλλαγές της. Τα χρώματά της, τους ανέμους της, τις ατελείωτες παγωμένες διαθέσεις της.



Εδώ θα συναντήσεις αρκετούς κατοίκους του Κρίστιανσουντ -από παιδιά μέχρι ανθρώπους μεγάλης ηλικίας- να περιπατούν αμέριμνοι και να απολαμβάνουν.



Με τα σκυλάκια τους, τα μπαστουνάκια περιπάτου τους, τα Νορθ-φέις μπουφανάκια τους, τα Κολούμπια παπουτσάκια τους.



Αρκετοί ανηφορίζουν σε ένα λόφο που βρίσκεται λίγο παραπέρα.



Στην κορφή του δεσπόζει ο παλιός φάρος της πόλης.



Δεν είναι τίποτις σπουδαίος, αλλά είναι φροντισμένος και ανοιχτός, επομένως μπορείς να μπεις και ν'ανέβεις πάνω για ν'ατενίσεις τη θέα.



Φαντάζομαι ότι ένας τέτοιος φάρος, ανοιχτός και αφύλαχτος κάπου οπουδήποτε στην Ελλάδα, θα είχε σπασμένη πόρτα, κατεστραμμένους και πανβρώμικους τους εσωτερικούς του χώρους και βεβαίως, γκραφίτι παντού.



Λυπάμαι αλλά εδώ δεν τα σηκώνουμε κάτι τέτοια: δεν θα ασχημονήσεις σε δημόσια περιουσία, δεν θα παρκάρεις παράνομα, δεν θα καπνίσεις σε δημόσιο χώρο, δεν θα ζωγραφίσεις στον τοίχο, δεν θα κολλήσεις στην κολόνα, δεν θα ακούσεις τον Πάριο στο διαπασών και δεν θα κάμεις πάρτι σε ώρες κοινής ησυχίας. Και αν τυχόν διανοηθείς να μας χαλάσεις τη μανέστρα, να μας ανακατέψεις το μπακλαβά, να μας σκονίσεις τον κουραμπιέ, κούνια που σε κούναγε καημένε μου, θα κρεμάσουμε τη φάτσα σου σε αφίσα επικηρυγμένου σε τουλάχιστον δώδεκα κοντινά φιορδ. Και ένα σου λέω, τρέχα και εξαφανίσου στα δάση, διότι καλύτερα να σε βρει ο τάρανδος, παρά το αυστηρό χέρι του νόμου.



Αλλά μην χολοσκάς και ιδιαίτερα. Αν -λέμε αν- παρανομήσεις και συλληφθείς, το πιο πιθανό είναι απλώς να πληρώσεις (θα σου το κόψουμε ρε από το μισθό σου!) ή να κάμεις εθελοντική δουλειά στο κομιούνιτι (τύπου να ταΐζεις τους γλάρους ή να ποτίζεις τις ορχιδέες) ή στη χειρότερη των περιπτώσεων, να βρεθείς σε μία μεταμονδέρνα φυλακή με ντιζαϊνάτη εσωτερική διακόσμηση και υποδομές τετράστερου ξενοδοχείου, να μιλάς με ψυχολόγους και να κάμεις τάι-τσι.



Αλλά είπαμε, εδώ είναι Νορβηγία, δεν είναι παίξε-γέλασε. Την πχιότητα ζωής μας τη μετράμε αλλιώς. Σε ελεύθερο χρόνο, σε ασχολίες αυτοπραγμάτωσης, σε γαλήνη και κοινωνική υπευθυνότητα. Ναι, είναι μία πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από αυτή στην οποία έχεις εσύ συνηθίσει.



Μία πραγματικότητα την οποία ο μέσος Έλληνας θα λοιδορήσει, θα σνομπάρει και θα σπεύσει να χαρακτηρίσει αφόρητα μπόρινγκ, καθώς θα την απευχόταν ως λάιφστάιλ ακόμα και για ογδοντάχρονους. Αλλά είναι μία πραγματικότητα που συντελεί σε μία αίσθηση ηρεμίας και μακαριότητας που μάλλον ποτέ δεν θα απολαύσει αυτός ο μέσος Έλληνας στη χώρα του (τουλάχιστον όχι στα μεγάλα αστικά της κέντρα και σίγουρα όχι, όσο κυβερνούν οι Αλέξηδες, οι Κυριάκοι, οι Φώφες και οι Καμμένοι). Μία πραγματικότητα πολύ μακριά από τις δικές μας αυτάρεσκες και βολικές ψευδαισθήσεις ή από τους ανόητους δονκιχωτισμούς μας.




Μία πραγματικότητα στην οποία οι ανόητοι, εκτός-τόπου-και-χρόνου διάλογοι περί κομμουνισμού και νεοφιλελευθερισμού και οι χριστοπαναγίες που ανταλλάσσουμε εμείς στα σόσιαλ μίντια και στις παρέες για το αν ο Αντρέας ήταν μεγάλος ηγέτης ή σαλτιμπάγκος, για το αν ο Κωστάκης ο Καραμανλής έτρωγε κεμπάμπ ή σπαλομπριζόλα πριν πάρει τις μεγάλες αποφάσεις που βούλιαξαν τη χώρα και για το αν ο Αλέξης μάς δουλεύει ψηλό γαζί ή είναι πραγματικά όσο απελπιστικά αδαής και αστοιχείωτος φαίνεται, μοιάζουν σχεδόν ανεκδοτολογικές.



Θα πεις ωραία και άγια όλα αυτά, αλλά οι όποιες συγκρίσεις με την Ελλάδα είναι τουλάχιστον άστοχες. Διότι (α) εδώ γειτονεύουμε με τη Σουηδία και τη Δανία και όχι με τους λογής λογής Τουρκοβαλκάνιους, (β) έχουμε εμπεδωμένη κοινωνική και πολιτική συνείδηση συλλογικότητας εδώ και αρκετές δεκαετίες και (γ) χελόου, έχουμε πετρέλαιο λέμε! Που μόνο αυτό το τελευταίο να υπολογίσεις, φθάνει για να συντριβεί κάθε διάθεσή σου για συγκρίσεις. Πράγματι, μιλάμε για το τζάκποτ της τύχης. Αλλά για να φθάσεις σε αυτό το επίπεδο ευημερίας, θέλει κι άλλα πράγματα: είναι ζήτημα νοοτροπίας και -θα μου επιτρέψεις να πω κι ας μου κακιώσεις- συλλογικής ευφυίας.



Αλλά κάπου εδώ θα πρέπει να σε αφήσω. Έχω να συναντηθώ με την ομάδα ανάγνωσης στη βιβλιοθήκη και μετά λέω να πάω για μία βαρκάδα. Αν δεν βαρεθώ, μπορεί να πάω και για ποδήλατο. Ίσως πάλι να αφήσω την ποδηλατάδα, για να έχω να κάμω κάτι και αύριο -έχω τελειώσει εκείνο το πουλόβερ που έπλεκα και όπως καταλαβαίνεις, δεν ξεύρω πώς να γεμίσω τα απογεύματά μου. Ίσως να ασχοληθώ με τον κήπο. Ή να κάμω τραμπολίνο. Άχου, μην κάθεσαι έτσι και με κοιτάς περίεργα, πες κι εσύ καμιά ιδέα ντε! 

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts