Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Μια Τράπεζα Τέχνης


Από τα λίγα κτήρια πούμαθα ν'αναγνωρίζω από μικρός στην Αθήνα, ήταν ετούτο της Τραπέζης της Ελλάδος -που παραμένει επωνυμία από εκείνες που σε εμπνέουν ακόμα να τις κλίνεις στην καθαρεύουσα. Η Τράπεζα της Τραπέζης. Η Ελλάδα της Ελλάδος.



Ίσως λόγω του αντικειμένου και της μακρόχρονης πορεία της. Ίσως γιατί το κεντρικό της κτήριο είναι στιβαρό και αυστηρό, με άκαμπτες γραμμές και όγκο που καταλαμβάνει ολόδικό του οικοδομικό τετράγωνο. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να μου περιγράφει από τα μικράτα μου -κάθε φορά που ετύχαινε να περνάμε από εκείνο το ύψος της Πανεπιστημίου- πως στα υπόγειά του, βρίσκεται φυλαγμένος όλος ο χρυσός της χώρας -κι εγώ να πλάθω τότες με το μυαλό μου εικόνες με θησαυροφυλάκια, αμπαρωμένες πόρτες και κρύπτες με συνδυασμούς ασφαλείας σαν αυτές που έβλεπα στις ταινίες. Μέσα τους, φανταζόμουν βουνά από μπάρες χρυσού και θάλασσες από νομίσματα σαν εκείνες στις οποίες κάμει μακροβούτια ο Σκρουτζ Μακ Ντακ.


Θυμάμαι κι εκείνη την πρώτη φορά που μπήκα ως παιδί στην κεντρική αίθουσα πόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει. Θεόρατα μου είχαν φανεί τα μεγέθη της!Αλλά κι αργότερα ως φοιτητής, υπήρξαν κάμποσες οι ώρες που πέρασα στη βιβλιοθήκη της Τραπέζης με παρέα μου τους τόμους που κατέβαζα από τα ράφια και τις σημειώσεις μου. Και στη διαδρομή προς τον όροφο που βρισκόταν η βιβλιοθήκη, όλο και κοντοστεκόμουν σαν άνοιγε κάποια από εκείνες τις πόρτες για να τρυπώσει μέσα το βλέμμα μου και να ιδώ τα μεγάλα γραφεία με τις μοκέτες και τους ωραιότατους πίνακες που κρέμονταν στους τοίχους.



Πολύ εχάρηκα λοιπόν σαν έμαθα προσφάτως πως η Τράπεζα της Ελλάδος απεφάσισε να οργανώσει έκθεση σπουδαία με τις συλλογές πινάκων της στο παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς. Ο τίτλος "Τόποι Αναφοράς" δεν σου καθιστά εξαρχής σαφές το περιεχόμενο της έκθεσης, μήτε σε προδιαθέτει για τα όσα πρόκειται να ιδείς αν τυχόν πας ανυποψίαστος.



Μα σε περιμένει έκπληξη μεγάλη, σαν αρχίσεις να περιπλανάσαι ανάμεσα στα έργα. Διότι νά εκεί μπροστά στα μάτια σου, ξεδιπλώνεται η ιστορία της ελληνικής ζωγραφικής των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων. Με την απεικόνιση τοπίων, προσώπων και νοημάτων που θαρρείς πως είναι ζυμωμένα όχι με χρώματα, σχήματα και γραμμές, μα με την ουσία αυτού του τόπου.



Μέσα από θέματα μυθολογικά. Όπως οι υπέροχες Τρεις Χάριτες του Δημήτριου Γαλάνη, έργο του 1923. Πολύ πριν την Όλγα, τη Μαρία, την Ειρήνη και τη θεία Μπεμπέκα.



Ή αναφορές στην αρχαιότητα. Όπως αυτό το σχέδιο για τραπεζογραμμάτιο του Αλέξανδρου Κορογιαννάκη από το 1942 -ναι, εν τω μέσω της κατοχής- που εικονίζει εργάτες και τη Νίκη της Σαμοθράκης. Ογδόντα χρόνια μετά κι ακόμα ξενιτεμένοι παραμένουν. Και η Νίκη και οι εργάτες.



Και ετούτη η μελέτη (επίσης για τραπεζογραμμάτιο) του Μιχαήλ Αξελού. Με δύο παλαιστές. Δυο Έλληνες, δυο απόψεις, δυο παρατάξεις σε όλα μας. Μια διαρκής αφορμή για σύγκρουση. Ναι εσύ, όχι εγώ. Κι αν επιμένεις, θα βρεθούμε και στα χέρια.



Αλλά και ονειρώδεις αναπαραστάσεις υψηλής καλλιτεχνίας. Όπως αυτές που σαν ζωγραφικό πέπλο, ξετύλιγε στον καμβά του ο Νικόλαος Γύζης. Με αυτές τις μορφές που κινούνται αέρινα ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.



Δίχως όνειρα δεν έχει νόημα να ζει κανείς. Μήτε δίχως τέχνη, αν θες την άποψή μου. Για να μπορεί ν'αντιπαλεύει την καθημερινότητα του μόχθου. Της κόπωσης και του παραπόνου. Ένα κοφίνι στον ώμο, ένα αμπέλι στην Αίγινα, μια εικόνα γεννημένη μέσα στην ελληνική ύπαιθρο. Από τον Ουμβέρτο Αργυρό, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '30.



Το μισό τραπέζι γιομίζει απ'το χωράφι, τ'άλλο μισό απ'τη θάλασσα. Ψαράδες του Τάσσου. Σε έγχρωμη ξυλογραφία του 1958.



Αχ αυτή η θάλασσα π' αλλάζει χρώματα και διαθέσεις! Κι ανταριάζει μ'ανέμους νοτιοανατολικούς σ'αυτή την ελαιογραφία του Νικόλαου Μαγιάση. Κάπου στο Παλαιό Φάληρο, το 1950.



Τούτη η θάλασσα που από παντού χάνει και βρίσκει τις άκρες της χώρας. Μια θάλασσα που τόσο δύσκολα απεικονίζεται ζωγραφικά. Αλλά που τόσο υπέροχα πέτυχε ν'απλώσει μέσα στους πίνακές του ο μέγας Κωνσταντίνος Βολανάκης.



Το Φάληρο και πάλι, αυτή τη φορά γαλήνιο. Ως τόπος ειδυλλιακός για αθηναϊκούς ρομαντικούς περιπάτους. Ένα μέρος, τόσες και τόσες διαφορετικές αισθήσεις. Από τις τρικυμίες στις ρομαντσάδες και από τις ησυχίες του τότες στα κορναρίσματα και την κίνηση του σήμερα. Πολύπαθη και συναρπαστική η μοίρα του Φαλήρου, συνδεδεμένη με την ιστορία της χώρας. Κάποιες φορές θλιβερή, άλλοτε ακόμη και ηρωική.


Στο ίδιο εκείνο Φάληρο άλλωστε, αποβιβάστηκε και ο Καραϊσκάκης. Ο πίνακας που αναπαριστά τη σκηνή είναι τόσο μεγάλος σε διαστάσεις (150 εκατοστά ύψος, 273 εκατοστά πλάτος) που χρειάστηκε να οργανωθεί ολόκληρη επιχείρηση για τη μεταφορά του στο Μουσείο Μπενάκη. Και λίγο έλειψε να κλείσει εκείνη τη μέρα, η οδός Πειραιώς.



Παρατηρώ τις λεπτομέρειες στο ογκώδες αριστούργημα του Βολανάκη που παρουσιάζεται για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες, στο κοινό. Φουστανέλες, τσαρούχια, άλογα: μια χώρα που δεν αναγνωρίζεται πια. Μόνο η φτώχεια και η διάψευση παραμένουν κοινός τόπος.



Αλλά η ίδια εκείνη θάλασσα είναι συνυφασμένη και με τα καλοκαίρια και τις ζεστές αμμώδεις ξενοιασιές μας. Που τόσο ωραία αποτυπώνει εδώ και χρόνια στα έργα της, η Μαρία Φιλοπούλου. Με τα λαμπυρίσματα του ήλιου και τις αντανακλάσεις του που γίνονται πολύτιμες αναμνήσεις.


Όμως, τί είναι οι τόποι δίχως τους ανθρώπους τους; Εδώ μια χωρική, χαρακτηριστικό θέμα του εξαίρετου Απόστολου Γεραλή που τόσο μου αρέσει. Κάθεται ίσως αποκαμωμένη από τις δουλειές της ημέρας. Με την πολύχρωμη φορεσιά και τα πασούμια της. Με το μαντήλι περασμένο γύρω από το κεφάλι της.


Στην ύπαιθρο, στην πόλη, η ζωή είναι ένα πλέγμα από στιγμές. Άλλοτε σκληρές και δύσκολες, άλλοτε βαρετές και αδιάφορες. Κι άλλοτε υπέροχες και μεθυστικές. Όπως η απόλαυση της ανοιξιάτικης ευωδίας των λουλουδιών. Η κόρη με τα ρόδα του Γεώργιου Ιακωβίδη. Σε ένα αστικό περιβάλλον, εκείνης της Ελλάδας που πίστεψε πως μπορεί και νάναι αλλιώς.


Και τα παιδιά που παίζουν στο ατελιέ του πατέρα τους; Η ελπίδα της νιότης, η αθωότητα της ανακάλυψης, η ψευδαίσθηση πως όλα είναι δυνατά σαν έχεις το χρόνο με το μέρος σου.  


Μα ήρθαν στιγμές αλλιώτικες, στιγμές που ζήσαμε έγκλειστοι. Σε διαμερίσματα, σε καθημερινότητες, σε αδιέξοδα, σε σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά, σε αθέλητες επισκέψεις. Όπως αυτή που απεικονίζει ο Γιώργος Ρόρρης.


Όλα εμείς είμαστε. Και τα καλά μας και τα στραβά μας. Όλα εμείς -όπως μας έμαθε, μας δίδαξε, μας κατάλαβε, μας αποτύπωσε ο Γιάννης Τσαρούχης. Με την προσωπογραφία της Δέσποινας με κολιέ και σκουλαρίκια. Τότες που οι άνθρωποι και οι εκφράσεις τους καταγράφονταν πιο σπάνια και πιο πολύτιμα.


Δίχως τη φλυαρία που προσέθεσε η τεχνολογία. Δίχως την εμμονική αυτοπροβολή. Με ώχρες και με καφετιά. Με τα σαρκικά χρώματα της αναπόδραστης θνητότητάς μας. 


Θάλασσες, χωράφια, εργάτες, αστοί, ρομαντσάδες, ηρωισμοί και διχόνοιες. Και κάπου στο βάθος η Ακρόπολη. Έτσι όπως τη ζωγραφίζει με μαβιές αποχρώσεις το δειλινό και το πινέλο του Μιχαήλ Αξελού.


Μια ανάσα είναι αυτή η έκθεση. Μία δροσιστική ανάσα σε καιρούς δύσκολους -όχι γιατί μας λείπουνε πλέον τα λεφτά, μα γιατί μας λείπουνε εδώ και καιρό τα όνειρα. 


Και είναι πράγματι τόσο όμορφα τούτα τα έργα και τόσο μεγάλο το πλήθος τους που θαρρείς στο τέλος πως επισκέφθηκες μια ολοκληρωμένη Πινακοθήκη (εν τη απουσία μάλιστα της Εθνικής Πινακοθήκης που για τόσα χρόνια παραμένει κλειστή με αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στο εγχείρημα της ανακατασκευής του κτηρίου της) και πολύ φχαριστημένος φεύγεις. Και γιομάτος.


Μάλιστα θα τολμήσω να σου πω πως ίσως και νάναι η καλύτερη και πιο σημαντική από τις εκθέσεις πούχουνε γίνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Με στήσιμο σοβαρό και καλαίσθητο, με λεζάντες μετρημένες και ακριβείς, με μεράκι και με σεβασμό από εκείνους που την οργάνωσαν.


Μα επέτρεψέ μου κι ένα τελευταίο σχόλιο κι ας γίνομαι λιγάκι απαιτητικός. Φρονώ πως όλα αυτά τα αριστουργήματα είναι άδικο και κρίμα να βρίσκονται στα κανονικά τους, κρεμασμένα σε γραφεία διευθυντάδων ή καταχωνιασμένα σε αίθουσες φύλαξης, εκεί στο κτήριο που θυμάμαι από παιδί να στέκει τόσο βλοσυρό στην Πανεπιστημίου. Ένα ίδρυμα με τις οικονομικές δυνατότητες της Τραπέζης της Ελλάδος θα μπορούσε και θα έπρεπε νομίζω να δημιουργήσει ένα μουσείο με τη συλλογή αυτή. Και να μοιραστεί με όλους εμάς τον καλλιτεχνικό του θησαυρό σε πιο μόνιμη βάση. Άσε με να ελπίζω πως αυτή η έκθεση είναι το πρώτο μόνο βήμα προς μια τέτοια επί της ουσίας γενναιόδωρη κατεύθυνση. Γιατί τη χρειαζόμαστε την τέχνη. Ως καταφύγιο, ως διαφυγή και ως υπέρβασή μας.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Ο Μυστικός Δείπνος


Τί περίεργη αίσθηση! Ένας λόφος είναι, σαν τόσους και τόσους άλλους που έχω ανηφορίσει -κι είναι πλέον καμπόσοι στο διάβα της ζωής μου.



Μήτε ειδυλλιακός, μήτε καν όμορφος. Μάλλον αδιάφορο, θα τον έλεγα. Μη σου πω και αφιλόξενο. Ακανόνιστος είναι, σκονισμένος, άνυδρος, τραχής. Με χαμηλούς θάμνους πούχουν γαντζωθεί επίμονα ανάμεσα στις πέτρες -θαρρείς πως τον διεκδικούν κι αυτοί, όπως και τόσοι άλλοι.



Ύστερα, είναι κι όλα αυτά τα νεκροταφεία που στριμώχνονται ολούθε. Αν δεν ήξευρες, ίσως και να το έλεγες δυσοίωνο τούτο το μέρος, σκιαχτικό. Κι όμως ελπιδοφόρο έχει υπάρξει και ελπιδοφόρο φαίνεται πως παραμένει για αρκετούς ανθρώπους.



Στα ανατολικά του βρίσκεται η Κοιλάδα των Κέδρων, στα δυτικά η Κοιλάδα του Εννόμ κι αντίκρυ η τειχισμένη πόλη της Ιερουσαλήμ. Και είναι αυτή η θέση του που έκαμε το λόφο, πιο αψηλό από το φυσικό του ύψος. Τόσο αψηλό που αιώνες τώρα, για όρος περνιέται και για όρος λογίζεται. Κι ας είναι μόλις ένας λόφος.



Βρισκόμαστε πάνω στο Όρος Σιών, στη Γη της Επαγγελίας. Λίγα σημεία στον πλανήτη μπορούν να καυχηθούν πως έχουν παράξει περισσότερη ιστορία ή έχουν επενδυθεί με μεγαλύτερο νόημα από τούτο το μέρος.  


Παρότι το Όρος είναι συνυφασμένο κυρίως με την ιστορία των Εβραίων, είναι πράγματι πολλοί εκείνοι που έχουν περάσει από εδώ και έχουν αφήσει το στίγμα τους. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που συναντά κανείς απομεινάρια διαφορετικών εποχών και προελεύσεων.  Με έντονη την παρουσία και των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών που διεκδικούν ανά τους αιώνες αυτά τα μέρη και την -με έναν περίεργο τρόπο, κοινή τους- κληρονομιά πίστεως. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα σε μία χρονολογική σειρά, διότι αλλιώς σε βλέπω να χάνεσαι.



Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, μπορεί ο Μωυσής να μην έφτασε ποτέ στη Γη της Επαγγελίας, αλλά οδήγησε τους Εβραίους σε αυτήν καθ'υπόδειξη του Θεού. Μετά την εγκατάστασή τους και γύρω στο έτος 1000 π.Χ., ο Δαβίδ, ο σπουδαιότερος βασιλιάς του Ισραήλ, όρισε την πανάρχαια πόλη της Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα, συνδέοντας με ισχυρούς δεσμούς την πόλη με τον Εβραϊσμό.



Θα εισέλθουμε σε ένα ημιυπόγειο μέρος, αλλά σε θέλω ιδιαιτέρως προσεκτικό. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα λατρευτικά σημεία για τους Εβραίους και αν είσαι ξένος, νοιώθεις παρείσακτος.



Πρόκειται για μία πολύ σημαντική Συναγωγή. Δεκάδες μαυροντυμένοι Ορθόδοξοι Εβραίοι -όλοι άντρες- περιφέρονται κάπως νευρικά με τα καπέλα, τα γένια και τις μπουκλίτσες τους, διαβάζοντας το Ταλμούδ. Οι φωτογραφίες κανονικά δεν επιτρέπονται, επομένως μην έχεις μεγάλες απαιτήσεις και μην περιμένεις καλοστημμένα ενσταντανέ. Ήδη κάποιοι μας κοιτάζουνε περίεργα και αγριεμένα. Σαν να έχεις εισέλθει σε κάποια σέχτα ή σε κάποια από εκείνες τις φανατικές αιρέσεις που αποτελούν κλειστό κύκλο και απεχθάνονται την επαφή με τρίτους.



Ε λοιπόν θα μου επιτρέψεις να το κάνω το σχόλιο: το κενό, απλανές βλέμμα που συνδέεται με τη φανατική θρησκειοληψία είναι δυστυχώς ίδιο σε όλους εκείνους που επιτρέπουν στη θρηκεία να ορίζει τη ζωή τους με τόσο απόλυτο και αναπόδραστο τρόπο. Και είναι εξαιρετικά λυπηρό -για εμένα τουλάχιστον και αν θέλεις, μπορείς να διαφωνήσεις- να διακρίνεις αυτό το κενό, απλανές βλέμμα σε τόσο νέους ανθρώπους.



Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων και εκείνο που κάμει σημαντική τούτη τη Συναγωγή είναι βεβαίως αυτός εδώ ο τάφος. Πρόκειται για τον φερόμενο ως τάφο του Βασιλιά Δαβίδ -ναι, εκείνου που κατάφερε να νικήσει τον Γολιάθ χρησιμοποιώντας μία σφεντόνα και εκείνου που υπήρξε προφήτης και μουσικός, ποιμένας και ποιητής, στρατηγός και ηγέτης. Και βεβαίως πατέρας του Σολομώντα, που έχτισε το μεγάλο Ναό στο κέντρο της Ιερουσαλήμ. Ο Δαβίδ είχε εγκαταστήσει εδώ επί του Όρους Σιών την Κιβωτό της Διαθήκης την οποία ο γιος του ο Σολομώντας, μετέφερε αργότερα στο Ναό.



Μπορεί πράγματι να μην υπάρχουν αρχαιολογικές αποδείξεις ότι ο Δαβίδ ετάφη εδώ, αλλά αυτό δεν έχει αποθαρρύνει γενεές Εβραίων από το να επισκέπτονται το χώρο για λατρευτικούς λόγους. Μάλιστα, όταν οι Άραβες είχαν αποκλείσει την πρόσβαση στο Τείχος των Δακρύων, ο τάφος του Δαβίδ πάνω στο Όρος Σιών αποτελούσε το βασικό σημείο προσκηνύματος.



Το Όρος όμως αποτέλεσε σημείο συνάντησης και των πρώτων χριστιανών, καθώς και για εκείνους επενδύθηκε με σημασία. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, μετά το θάνατο του Ιησού, η μητέρα του ήρθε και κατοίκησε εδώ, όπου άφησε και την τελευταία της πνοή (αν και εντελώς μεταξύ μας, έχω επισκεφθεί και έτερο τόπο που φέρεται ως τελευταία της κατοικία, πολλές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά -αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία, θύμησέ μου να στη διηγηθώ κάποια στιγμή).



Ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ. φαίνεται πως οικοδομήθηκε χριστιανικός ναός κάπου εδώ, ενώ αργότερα οι Βυζαντινοί έχτισαν μία μεγαλύτερη βασιλική, η οποία όμως και λόγω των περιπετειών που έζησε η πόλη με συνεχείς επιδρομές και διεκδικήσεις, εντέλει ερειπώθηκε και εγκαταλείφθηκε.



Και σαν να μην μας έφθαναν τα βάσανά μας, ύστερα αφίχθησαν και οι σταυροφόροι. Με τις πανοπλίες, τ'άλογα, τις ξιφολόγχες, το μίγμα μεσαιωνικής αμορφωσιάς, θρησκευτικού φανατισμού και αχαλίνωτου τυχοδιωκτισμού τους. Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης κατάληψης των Ιερών Τόπων, έχτισαν μεταξύ άλλων μία μεγάλη γοτθική εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου.



Ένα σημαντικό μέρος της εκκλησίας των Σταυροφόρων παραμένει μέχρι και σήμερα όρθιο -αν και έχει υποστεί σημαντικές επεμβάσεις. Οι πέτρινες αψίδες, οι χαμηλές πόρτες, οι στενοί διάδρομοι, σου δίνουν την αίσθηση ότι περιπατείς σε κάποιο από τα κάστρα της μεσαιωνικής Αγγλίας ή της Γαλλίας. Και σου επιβεβαιώνουν ότι ναι, οι Σταυροφόροι δεν ήσαν πρώτο μπόι.



Έλα να ανεβούμε τις σκάλες. Στον πρώτο όροφο αυτού του κτηριακού συμπλέγματος, πάνω ακριβώς από τη Συναγωγή και τον τάφο του Δαβίδ, υπάρχει κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να ιδείς.  


Εκ πρώτης, θα σου φανεί μάλλον ασήμαντη: μια άδεια αίθουσα με χαμηλές κολώνες και γοτθικές αψίδες. Εντούτοις από το πλήθος του κόσμου που συνωστίζεται γύρω σου, θα τόχεις νομίζω καταλάβει πως αυτή η αίθουσα έχει επίσης επενδυθεί με μεγάλη σημασία.


Αγαπημένε αναγνώστα, καλωσόρισες στην αίθουσα του Μυστικού Δείπνου. Εκεί όπου ο Ιησούς συνέφαγε μαζί με τους δώδεκα Αποστόλους, μία μέρα πριν τη σταύρωσή του. Εκεί όπου έπλυνε τα πόδια τους, τους κοινώνησε λέγοντας "Λάβετε φάγετε τοῦτό μου ἐστι τὸ σῶμά", αλλά και τους αποκάλυψε πως κάποιος εξ αυτών θα τον προδώσει.  



Δεν είναι εντυπωσιακό να βρίσκεσαι στο ίδιο ακριβώς μέρος που συνέβησαν όλα αυτά; Αν ρωτήσεις τους πιστούς που προσεύχονται σε κύκλους, διαβάζουν εδάφια της Βίβλου και κάθονται για ώρες στο δάπεδο εκστασιασμένοι, θα σου επιβεβαιώσουν πως είναι πολύ περισσότερο από εντυπωσιακό: είναι μία θρησκευτική εμπειρία! Αλλά ύστερα θα αρχίσεις να αναρωτιέσαι: μα καλά, χτίζονταν κατά την εποχή του Ιησού, κτήρια σε γοτθικό ρυθμό;



Προφανώς και όχι. Η αίθουσα που βρισκόμαστε μπορεί να παρουσιάζεται ως "Αίθουσα του Μυστικού Δείπνου", αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για το Δειπνητήριο μοναστηρίου Φραγκισκανών που είχαν εγκατασταθεί εδώ κατά το Μεσαίωνα. Όπως σου έχω ξαναπεί στο παρελθόν, οι πιστοί που συνέρεαν εκείνας τας εποχάς στους Άγιους Τόπους μετά από ιδιαιτέρως δύσκολο, επικίνδυνο και πολυήμερο ταξίδι, ανέμεναν να ιδούν με τα μάτια τους, τα μέρη όπου διαδραματίστηκαν τα όσα περιγράφουν τα Ευαγγέλια. Και οι τοπικές κοινότητες διαφόρων δογμάτων είχαν φροντίσει να οικοδομήσουν λατρευτικά σημεία ενδιαφέροντος, ώστε να μην τους απογοητεύσουν. Όσο για το μαχράμπ που βλέπεις σε μία πλευρά της αίθουσας, επιβεβαιώνει πως από εδώ πέρασε και η τρίτη από τις μονοθεϊστικές θρησκείες: τον 15ο αιώνα, οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει το κτήριο αυτό σε τζαμί, εξού και οι παρεμβάσεις που βλέπεις.



Καμπαναριά, μιναρέδες, πύργοι, όλα μαζί σε μία αγωνιώδη διαπάλη ανάμεσα σε ανθρώπους που θεωρούν πως η δική τους αλήθεια είναι η μοναδική.



Ρώσοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Ισπανοί,Έλληνες. Κάθονται κατά εκατοντάδες μέσα στην αίθουσα του Μυστικού Δείπνου και στον παρακείμενο εξώστη, παραδομένοι σε μία θρησκευτική μυσταγωγία. Ακριβώς από κάτω τους, οι Εβραίοι, συγκεντρωμένοι γύρω από τον Δαβίδ τους.



Έχω ταξιδέψει αρκετά στη ζωή μου. Έχω δει εντυπωσιακά μνημεία, αριστουργηματικά έργα τέχνης, καθηλωτικά φυσικά τοπία. Έχω δει παλάτια, ουρανοξύστες, παγόδες, ζούγκλες, φιόρδ, φαράγγια. Αλλά οι άνθρωποι με τις ανάγκες τους, τις ιδέες τους, τους φόβους τους, την αξιωσύνη τους, τα ταλέντα τους, τα πάθη τους, τις πίστεις τους, τις καθηλώσεις τους, τις ασυναρτησίες τους, τις ελπίδες τους, τις υπερβάσεις τους, τις αγριότητές τους, τις διαθέσεις και τις εντάσεις τους, τους φανατισμούς και τις πεποιθήσεις τους, συνεχίζουν να αποτελούν το πιο ενδιαφέρον -θαυμάσιο και τραγικό συνάμα- συναπάντημά μου.



Περιπλανιέμαι για μερικά λεπτά στις αυλές, ανάμεσα στα κτήρια των διαφόρων εποχών που έχουν καταλάβει την κορφή του Όρους Σιών.



Αναιβοκατεβαίνω σκάλες, βαδίζω ανάμεσα σε πστούς διαφόρων δογμάτων και θρησκειών.



Λίγο πιο πέρα, προβάλει ο μεγάλος τρούλος μίας νεορομανικής εκκλησίας αφιερωμένης στην Κοίμηση της Θεοτόκου, που χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Γουλιέλμο τον Β' της Γερμανίας.



Το βλέμμα μου φεύγει προς τους γύρω λόφους -κάπου όχι πολύ μακριά από εδώ, φαίνεται το τείχος που έχουν χτίσει οι Ισραηλινοί για να περιορίσουν τους Παλαιστινίους. Σκέφτομαι πόσο αδρές είναι οι διαχωριστικές γραμμές που πασχίζουμε να χαράξουμε ανάμεσά μας.



Ο Μυστικός Δείπνος δεν ονομάστηκε έτσι επειδή ο Ιησούς και οι μαθητές ήσαν κρυμμένοι, μα επειδή περιελάμβανε το μυστήριο της Θείας Μετάληψης. Που σύμφωνα με τη χριστιανική πίστη, δίδει τη δυνατότητα ένωσης με τον Ιησού (και μέσω αυτού, με το Θεό) και ενίσχυσης του ανθρώπου για να μπορέσει να αντέξει το μεγάλο μαρτύριο της ζωής: την πορεία προς το θάνατο. Είναι όμως ταυτόχρονα και μία βαθιά κοινωνική τελετουργία, εμπέδωσης δεσμών με τους άλλους ανθρώπους που γίνονται κι αυτοί κοινωνοί του σώματος και του αίματος, μέσα από τη συμβολική έκφραση της τροφής.

Ίσως και νάτανε αλλιώς αυτός ο κόσμος, αν οι θρησκείες δεν στεκόντουσαν στις γραμμές, αλλά στην ουσία τους. Ίσως και νάτανε αλλιώς οι άνθρωποι, αν δεν προσπαθούσαν τόσο πολύ να ορίσουν εκείνα που τους χωρίζουν, αλλά εστίαζαν στα όσα τους ενώνουν. Ίσως νάμουν πολύ διαφορετικός κι εγώ, αν ανηφόριζα αυτόν το λόφο έχοντας την ανάγκη του.

Αλλά ένας λόφος είναι. Σαν τόσους και τόσους άλλους που έχω ανηφορίσει -κι είναι πλέον καμπόσοι στο διάβα της ζωής μου. Δεν είναι οι ναοί και οι συναγωγές, δεν είναι οι πύλες και οι αψίδες, δεν είναι οι πιστοί που συρρέουν εδώ, δεν είναι οι γαντζωμένοι θάμνοι ανάμεσα στις πέτρες. Είναι οι πολλές του σημασίες που τον υψώνουν ανάμεσα στους ανθρώπους.

Τί περίεργη αίσθηση!

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts