Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Ιπποσύνη



Μέρος Πρώτο: Αλόνσο Κιχάδα

Πλανάσαι αν το θαρρείς πως είναι τάχα εύκολη υπόθεση. Και πως είναι όλοι γεννημένοι ικανοί και άξιοι. Δεν αρκεί, καημένε, ένα σπαθί κι ένα άτι. Δεν φτάνουν οι αγαθές σου οι προθέσεις και οι βαρύγδουπες δηλώσεις. Θέλει κότσια, η ιπποσύνη.



Θέλει βλέμμα καθαρό, κοψιά ανδριωμένη. Θέλει μπράτσα ζυμωμένα μ'ανδραγαθήματα, πλάτες βασταζερές για κάθε του κόσμου αδικημένο, στήθος πετρόχτιστο που να λυγάει λόγχες. Μα πάνω απ'όλα, θέλει ήθος και ευγένεια γνήσιου ευπατρίδη. Καταγωγή αρχοντική, γενιά ευλογημένη.



Αμ, και θέλει θάρρος αδάμαστο. Γιατί καραδοκούν παντού στο διάβα σου, διαβόλοι και τριβόλοι. Μάγισσες, δράκοι, κλέφτες, πειρατές. Ακόμα και σ'αυτές τις απέραντες -τις φαινομενικά άδειες- πεδιάδες της Μάντσα που πυρακτώνουν κάτω από τον σγουρό ήλιο του αποκαλόκαιρου. Νάχεις πάντα το νου σου, πρέπει -σε κάθε βήμα και σε κάθε ανάσα σου. Στο είπα εξ αρχής πως δεν είναι εύκολη υπόθεση.



Αλλά αν καημένε, φανείς άξιος, αν αποδείξεις πως σου ταιριάζει αλήθεια ο τίτλος του ιππότη, αν βγεις νικητής από τις λυσσαλέες μάχες έχοντας καθυποτάξει τους οχτρούς σου,  τότες ανταμοιβές σε περιμένουνε σπουδαίες.



Όλοι οι κάτοικοι της Κονσουέγκρα θε να βγουν από τα φτωχόσπιτά τους και να φωνάζουνε μεθυσμένοι τ'όνομά σου.



Σ'όλους τους δρόμους, στα στενά και στις πλατείες, μονάχα εσέ θα συζητούν και στην υγειά σου θα τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους με το πιο εκλεκτό κρασί της Καστίλλης. Και όλοι θα γελάνε και θα χαίρονται.



Ύμνους για σένανε θα ψέλνουν στις εκκλησιές. Και κωδωνοκρουσίες θα αντηχούν από την Ερμίτα Σαντίσιμο Κρίστο μέχρι τη Σάντα Μαρία λα Μαγιόρ.



Χρυσές λίρες καμπόσες θε να μαζέψεις και δώρα εκλεκτά. Τα πιο τρυφερά σφαχτάρια θε ν'αποκτήσεις, τυριά, λάδια, δαντέλες κι ό,τι άλλο γιομίζει τα έναστρα όνειρά σου -εκείνα που σ'αγκαλιάζουν σαν αποκοιμιέσαι με τις ευτυχισμένες σκέψεις της χόρτασης και της αφθονίας.



Μα το μεγαλύτερο έπαθλο, η κορυφαία ανταμοιβή σου, δεν είναι παρά εκείνο που πιότερο λαχταρά η ψυχούλα σου. Εκείνο που σηκώνει τον ήλιο κάθε πρωί στην πλάση σου. Που όπλο σου είναι πιο ισχυρό από τη λόγχη σου. Που προστασία σου είναι πιο αδιαπέραστη από την ασπίδα σου.



Γιατί υπάρχει άραγε τρόπαιο σπουδαιότερο για έναν ιππότη από την αγάπη της ακριβής του δεσποσύνης; Υπάρχει νίκη πιο σημαντική από την αγκαλιά της; Αξία μεγαλύτερη από την αφοσίωσή της; Αχ, τρισεύγενή μου Δουλτσινέα! Ανάθεμα στα μαγικά που σ'έχουν φυλακίσει!



Όμως θαρρώ στερέψανε τα λόγια, ώρα για δράση. Εφθάσαμε, καημένε μου, μπροστά στον θρίαμβό μας. Μην εφοβού στα κρίσιμα και μην λιγοψυχίσεις.



Κι ας φαίνονται τρομαχτικοί κι ανίκητοι τούτοι οι γίγαντες! Κι ας είναι τα χέρια τους μακριά ίσαμε δύο λεύγες! Άνανδροι είναι και δειλοί, καθόλου δεν φοβάμαι!

Τύχη είναι που τους εσυναντήσαμε και όχι ατυχία. Σε τέτοιες μάχες κρίνεται ο γνήσιος ιππότης! Ορμώ και δεν εσκιάζομαι, καλπάζω, δεν κρατιέμαι!



Μέρος Δεύτερο: Μπορεί και νάταν γίγαντες!

Πρέπει στ'αλήθεια να πασχίσεις για να εντοπίσεις ύψωμα σε ετούτες τις απέραντες απλωσιές της κεντρικής Ισπανίας. Που το μεσημέρι πυρακτώνονται κι έχεις την αίσθηση πως σε κατατρώγει η ζέστη από παντού και πως πουθενά, δεν της γλιτώνεις.



Να που εγώ όμως ουχί μόνο εντόπισα ύψωμα, αλλά βάλθηκα και να τ'ανέβω -για ζουρλό θα με νομίσαν δυο κυράδες που με κοιτάζαν μ'απορία μέσα από τα μισόκλειστα παραθύρια τους, καθώς σκαρφάλωνα τα σκαλοπάτια.



Στα τελευταία σπίτια, βάλθηκε να με φοβερίσει με το βραχνό του γάβγισμα ένας σκύλος που πετάχθηκε μέσα από ένα παράθυρο -ίσως να διέκοψα άθελά μου τη σιέστα του. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, του έγνεψα φιλικά να με συγχωρέσει και συνέχισα απτόητος την πορεία μου.



Εκεί που τελείωναν τα σκαλοπάτια, αρχινούσε ένα μονοπάτι. Ανηφορικό κι αυτό. Ανάμεσα σε ξερά χορτάρια, πέτρες και άγρια χώματα. Με σκέφτηκα να σωριάζομαι ξερός από καμιά θερμοπληξία μη-χειρότερα! Αλλά όχι, δεν θα δώκω στους γίγαντες την ευχαρίστηση να με ιδούν σακατεμένο! Πείσμωσα και πήρα ακόμα περσσότερη φόρα.



Παρά τον ιδρώτα που έπεφτε στα μάτια μου και την κούραση της ανηφοριάς, σαν έφθασα στον πρώτο ανεμόμυλο, ένιωσα μια γλυκιά ικανοποίηση. Σα να πραγματοποίησα κάποιο τάμα, σα να κατέκτησα μια ποθητή κορφή, σα να συνάντησα ένα μέρος πολύτιμα δικό μου.



Δεν ξεύρω αν μπορεί -κι αν δικαιούται- κανείς να τρυπώσει στις σελίδες ενός βιβλίου. Και δη ενός βιβλίου τόσο σπουδαίου όσο ετούτο. Δεν ξεύρω αν μπορεί -κι αν δικαιούται- κανείς να διεκδικήσει μία συνάντηση με μυθιστορηματικές εξοχότητες, όπως ο Δον Κιχώτης. Σε ένα μέρος τόσο αρχετυπικά σημαντικό, όσο ο λόφος αυτός με τους ανεμόμυλους, εδώ στην Κονσουέγκρα.



Αλλά να που εγώ βρέθηκα κάτω από τη σκιά τούτων των φαντασιακών γιγάντων. Των οχτρών που έπλασε ο Δον Κιχώτης στο ταραγμένο του μυαλό και εναντίον των οποίων εφόρμισε. Παρά τις αντιρρήσεις του καημένου του Σάντσο που αδίκως επέμενε πως γίγαντες δεν ήσαν.



Άπλωσα το χέρι μου να νιώσω την υφή των στρογγυλεμένων τοίχων τους. Να βεβαιωθώ πως δεν ήσαν χάρτινοι, πως δεν ήσαν καμωμένοι από την πένα του Θερβάντες.



Κοίταξα ψηλά, τα πτερύγιά τους. Περπάτησα τριγύρω τους. Προσπάθησα ν'αναμετρηθώ με το άνοιγμά τους. Είναι αληθινοί -πέρα για πέρα, αληθινοί. Μία ανεξήγητη χαρά πλημμύρισε το μέσα μου. Λες και κρινόταν κάτι δικό μου από αυτήν την επιβεβαίωση.



Αφού γνωρίστηκα με τον πρώτο, σκαρφάλωσα μερικά μέτρα παραπάνω για να φθάσω στον επόμενο.



Κι ύστερα σε εκείνους που βρισκόντουσαν ακόμα παραπέρα -δώδεκα στο σύνολο.



Λίγο πριν πάρω την κατηφοριά για να βρεθώ πίσω στο χωριό, στάθηκα για λίγο ν'αναπνεύσω αυτή την αίσθηση. Κίτρινη σκόνη και πηχτή ζέστη γέμισαν τις σελίδες του βιβλίου μου. Στ'αυτιά μου ήχησε ο καλπασμός του Ροσινάντη.



Κι ύστερα ο γδούπος από την πτώση του Δον Κιχώτη που προσέκρουσε με φορά πάνω στον ανεμόμυλο.



Μέρος Τρίτο: Επικίνδυνοι είναι οι ανεμόμυλοι

Δεν έχει πολλά να ιδείς στην Κονσουέγκρα. Μία πλατεία με το δημαρχείο, δυοτρεις εκκλησίες, αδιάφορα στενά.



Μία σκαμμένη κοίτη που διασχίζει τον οικισμό, αλλά σπανίως ευτυχεί να ιδεί νερό.



Σπίτια μάλλον άσχημα με μανταλωμένα παράθυρα και κουρτίνες έξω από τις πόρτες. Εδώ ο μεγάλος μας τρόμος δεν είναι ο κλέφτης, μα ο ήλιος. Τη δική του λεηλασία, προσπαθούμε να εμποδίσουμε. Όπως και όσο μπορούμε.



Ψυχή δεν κυκλοφορεί τέτοιες ώρες στην Κονσουέγκρα. Κι είναι αυτή η ησυχία που σου δίνει την εντύπωση μίας αφόρητης μοναξιάς.



Μα μην γελιέσαι από τα καλώδια και τα τσιμέντα -είναι ετούτος ο οικισμός θεόπαλιος. Ξακουστός ήδη από τα χρόνια τα μεσαιωνικά για τους ανεμόμυλούς του. Που με τη δύναμη τ'ανέμου αλέθανε για αιώνες το στάρι που γεννούσε η χρυσή γη της Καστίλλης.



Στον τόπο ετούτο ήρθε και τοποθέτησε ο Θερβάντες, τον κατά φαντασία ιππότη του. Στον τόπο ετούτο, τον έβαλε να δώσει την επική του μάχη εναντίον των γιγάντων.



Θα πεις τώρα εσύ πως είναι αυτά γνωστά, πασίγνωστα κι ίσως ξεπερασμένα: ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα και ιστορίες που διαβάζαμε σαν ήμασταν παιδιά.



Ξεύρεις, καμιά φορά αναρωτιέμαι. Βλέπω ανθρώπους τριγύρω μου αρκετούς να ενδύονται αστείες πανοπλίες. Γαλάζιες, κόκκινες, πράσινες, μενεξεδί. Να καβαλούν τα δύστυχα τα άλογά τους και να ξιφουλκούν κατά γιγάντων. Με πείσμα και μίσος. Κι αυτή την αίσθηση της άπληστης βεβαιότητας -πως τα πελώρια χέρια των αδίστακτων οχτρών, τους απειλούν να τους αρπάξουν. Κι αν τρων τα μούτρα τους, καθόλου δεν πτοούνται. Σκαρφαλώνουν με πείσμα στ'άλογα και δώστου ξεχύνονται με μίσος προς τον επόμενο οχτρό. Αστείοι είναι. Και συνάμα τραγικοί.



Μπορεί γίγαντες να μην είναι οι ανεμόμυλοι, μα σαν πέφτεις με φόρα απάνω τους, πιο επικίνδυνοι κι από γίγαντες αποδεικνύονται. Κι έχεις εντέλει, δυο επιλογές: ή τους γίγαντές σου να πολεμάς μια ζωή ή στους ανεμόμυλους ν'αλέθεις το σιτάρι σου -και ίσως τα χαλάσουμε άμα σου πω πως πράγματι, το δεύτερο έχει καταλήξει πιο δύσκολο από το πρώτο.



Πλανάσαι αν το θαρρείς πως είναι τάχα εύκολη υπόθεση. Και πως είναι όλοι γεννημένοι ικανοί και άξιοι. Δεν αρκεί, καημένε, ένα σπαθί κι ένα άτι. Δεν φτάνουν οι αγαθές σου οι προθέσεις και οι βαρύγδουπες δηλώσεις. Θέλει κότσια, η ιπποσύνη.

6 σχόλια :

  1. Υπέροχη βόλτα και φανταστικό κείμενο πιγκουινάκι! Πόσο επιδέξια έμπλεξες τον Δον Κιχώτη στις περιγραφές σου! Δεν σου κρύβω ότι από τις πρώτες γραμμές το μυαλό μου πήγε στον Θερβάντες και τον υπέροχο ήρωά του!
    Καλή σου μέρα και πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελπίζω να μην τρίζουν τα κόκαλα του Θερβάντες που "πάτησα" πάνω στην ιστορία του Δον Κιχώτη και έγραψα ένα δικό μου κατεβατό. Και ελπίζω ότι θα συμφωνούσε κι εκείνος με το αλληγορικό συμπέρασμα.
      Την καλησπέρα μου και τα φιλιά μου, αγαπημένη Ραπουνζέλ!

      Διαγραφή
  2. Τι όμορφη ανάρτηση, έπεσε στην μπλογκόσφαιρα σαν δροσερό νεράκι βροχούλας ύστερα από μακρά ξηρασία... Και τι ωραία επιλογή, να μας πας στα μέρη του Δον Κιχώτη...
    Αχ, τι μου θύμισες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε αυτή η ανάρτηση, Pippi! Ένας Δον Κιχώτης χρειάζεται που και που για να ξεχωρίζουμε τους γίγαντες από τους μύλους! :)
      Την καλημέρα μου και τα φιλιά μου!

      Διαγραφή
  3. Πιγκουίνε, πόσο δροσερό κείμενο για έναν ξερότοπο της Ισπανίας όπου η πένα του Μιγκέλ ντε Θερβάντες έχτισε έναν αθάνατο θρύλο...
    Προσωπικά είμαι με το μέρος του Δον Κιχώτη, διότι κατοίκησε στην αυταπάτη του και πραγμάτωσε την φαντασίωσή του, έστω κι αν η προσγείωσή του ήταν σκληρή. Τον εκτιμώ που παραδέχτηκε την ήττα του, αφού όμως πρώτα έδωσε τις μάχες του. Υπό αυτήν την έννοια, είναι ιππότης!
    Ενώ ο Σάντσο Πάντσα, ο με ολίγον από Χατζηαβάτη στο είναι του, δεν έχει αυταπάτες αλλά δεν έχει ούτε όνειρα. Η ζωή του είναι απλή, λιτή, αποστεωμένη, γι αυτό και δύσκολη.
    'Ετσι ή αλλιώς, "δεν υπάρχει πιο δύσκολη τέχνη από το να ζει κανείς". ΄Οταν το αποφάνθηκε ο ΄Εριχ Φρομ, αυτούς τους ήρωες του Θερβάντες, σκεπτόταν άραγε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Κάνε μου λιγάκι τσίου.

Πιγκουίνος

Ιστολόγια υπάρχουν πολλά. Πτηνολόγιο όμως, ένα!

Life-Style

Popular Posts